ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι μεταχειρισμένες κατοικίες στο προσκήνιο

Αν και η ζήτηση στην αγορά κατοικίας παραμένει από υποτονική έως «παγωμένη», σύμφωνα με επαγγελματίες του κλάδου, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τις μεταχειρισμένες κατοικίες. Το αισθητά χαμηλότερο κόστος τους συνεπάγεται και μεγαλύτερη ευκολία χρηματοδότησης, τη στιγμή που μπορεί κάποιος να συναντήσει ακόμα κι ευκαιρίες στην αγορά. Ασφαλώς, η διαθεσιμότητα τέτοιων κατοικιών υπολείπεται και μάλιστα αισθητά των νεόδμητων κατασκευών, ωστόσο ανάλογα με την περιοχή, μπορεί κάποιος να εντοπίσει αρκετές περιπτώσεις. Σύμφωνα με μεσίτες, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν κατοικίες που βρίσκονται κοντά σε σταθμούς ΜΕΤΡΟ, λόγω του ότι εξασφαλίζουν καλύτερες προσβάσεις. Βέβαια οι τιμές τέτοιων κατοικιών είναι λίγο υψηλότερες, ωστόσο παραμένουν χαμηλότερες από τις αντίστοιχες μιας νέας κατασκευής. Κατοικίες που οικοδομήθηκαν μετά τον σεισμό του 1981, όταν άλλαξε ο αντισεισμικός κανονισμός, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος. Αυτό σημαίνει ότι οι ενδιαφερόμενοι κινούνται ως επί το πλείστον για κατασκευές ηλικίας έως 20 ετών, αν και σε περιοχές του κέντρου, εκ των πραγμάτων αρκετές φορές κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Παρόλα αυτά, υπάρχει κινητικότητα ακόμα και σε κατοικίες 30ετίας, καθώς το κόστος τους δύσκολα ξεπερνά τα 1.500-1600 ευρώ/τ.μ., όταν ένα καινούριο διαμέρισμα στα ίδια σημεία προσεγγίζει τα 2.500 ευρώ/τ.μ. Οσον αφορά τις ζητούμενες επιφάνειες, οι απαιτήσεις έχουν πλέον περιοριστεί. Οι περισσότεροι κινούνται σε κατοικίες με επιφάνεια από 70 έως 110 τ.μ., όταν πριν από 2-3 χρόνια το ζητούμενο ήταν σπίτια που συχνά ξεπερνούσαν τα 100 τ.μ. Πάντως, δυσκολότερα μπορείς κανείς να βρει «ευκαιρίες» στα προάστια της πόλης, καθώς είναι λίγα τα ακίνητα που βρίσκονται προς πώληση, συγκριτικά με τη ζήτηση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης, αντιθέτως συχνά επιτυγχάνεται κάποια έκπτωση, ανάλογα με το περιθώριο του κάθε ιδιοκτήτη. Οσον αφορά τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη στεγαστική πίστη, αυτήν την περίοδο είναι τέτοιες που ευνοούν την απόκτηση μεταχειρισμένου, ιδίως αν το ποσό που θα ζητήσει ο αγοραστής δεν ξεπερνά τα 150.000 ευρώ. Για να κινηθεί κανείς σε υψηλότερα ποσά, απαιτείται να έχει ένα πολύ ισχυρό προφίλ δανειοληψίας, που σημαίνει να μην έχει άλλες υποχρεώσεις εξυπηρέτησης π.χ. προσωπικών ή καταναλωτικών δανείων ή πιστωτικών καρτών, στοιχείο εξαιρετικά δυσεύρετο. Είναι λοιπόν προφανές ότι τα μέτρα ενίσχυσης της αγοράς κατοικίας που θεσπίστηκαν τον προηγούμενο Ιούνιο και κυρίως η δέσμευση του Δημοσίου για εγγύηση του 25% της αξίας του δανείου, στην ουσία δεν έχουν περάσει στην αγορά.

Γεγονός είναι, όμως, ότι η συντριπτική πλειονότητα των πωλούμενων διαμερισμάτων στα προάστια αφορά νέες κατασκευές, κατά κανόνα από επαγγελματίες κατασκευαστές, οι οποίες, όπως είναι γνωστό, συνεχίζουν να διατηρούν «σκληρή» στάση και δεν μειώνουν ιδιαίτερα τις απαιτήσεις τους. Μάλιστα, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου κάποια ακίνητα παραμένουν απούλητα για 3-4 χρόνια, με αποτέλεσμα οι κατασκευαστές/ιδιοκτήτες τους να προτιμούν την ενοικίασή τους, παρά την πώληση με χαμηλότερο κέρδος. Σύμφωνα με φορείς της αγοράς, οι ενδιαφερόμενοι πλέον αναζητούν το καλύτερο δυνατό σπίτι στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, εξετάζοντας ακόμα και δεκάδες περιπτώσεις ακινήτων, στοιχείο βέβαια που καθυστερεί την ολοκλήρωση μιας αγοραπωλησίας. Αντίστοιχα, πλέον δεν διστάζει κανείς να κινηθεί και προς περιοχές που δεν βρίσκονται στις προτεραιότητές του, αρκεί να βρεθεί κάποια ποιοτική κατασκευή με ελκυστικότερο κόστος.

Σε αναμονή

Σταδιακά οδηγούμαστε προς τα τέλη μιας από τις χειρότερες χρονιές της κτηματαγοράς την τελευταία 15ετία, με τον αριθμό των αγοραπωλησιών να είναι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, εξαιρετικά χαμηλός, έναντι προηγούμενων ετών. Πολλά θα κριθούν από την εξέλιξη του ζητήματος των ημιυπαίθριων και κάποιων άλλων πιθανών παρεμβάσεων φορολογικής φύσεως στην αγορά από την πολιτεία, καθώς ανάλογα με τη φύση που θα έχουν τα νέα μέτρα, ενδεχομένως να υπάρξει αναζωπύρωση της ζήτησης. Κλειδί για κάτι τέτοιο θα είναι η αναθέρμανση της στεγαστικής πίστης, η οποία προς το παρόν κινείται με υποτονικούς ρυθμούς.