ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πράσινη οικονομία χωρίς πράσινους φόρους δεν είναι εφικτή

Ακούγεται συνεχώς ότι προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης είναι η οικονομία. Δεν θα διαφωνήσω, αλλά θέλω να υποσημειώσω ότι τα οικονομικά κατατάσσονται στις κοινωνικές επιστήμες, ενώ οι σημερινές συνθήκες επιβάλλουν τον περιβαλλοντικό αναπροσανατολισμό τους, αν θέλουμε να έχουμε ανάπτυξη. Φαίνεται ότι η σημερινή κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο πρωθυπουργός, που έχει κάνει σημαία του την πράσινη οικονομία, έχουν αντιληφθεί αυτές τις αλήθειες και γι’ αυτό επανίδρυσαν ένα ισχυρό υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Φυσικών Πόρων. (Σημειώνω ότι το πρώτο υπουργείο Περιβάλλοντος είχε ιδρυθεί το 1980 με πρωτοβουλία του κ. Μάνου και του γράφοντος.)

Το κρίσιμο όμως είναι να γίνει κατανοητό πως οικονομία, κοινωνία και περιβάλλον δεν είναι ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές οντότητες, για τον απλούστατο λόγο ότι η οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή, ούτε χωρίς περιορισμό της σπατάλης των φυσικών πόρων και της ενέργειας.

Επιβάλλεται λοιπόν η νέα κυβέρνηση, που έδειξε από την αρχή ότι δεν στερείται φρεσκάδας σκέψης, να επιδείξει στην πράξη με συγκεκριμένα μέτρα ότι απορρίπτει το παρωχημένο ψευτοδίλημμα περιβάλλον ή ανάπτυξη, να αποσυνδέσει την ανάπτυξη από τη σπατάλη ενέργειας, αλλά και από την έννοια της ποσοτικής μεγέθυνσης. Η συνεχής αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος πρέπει να πάψει να είναι η ιερή αγελάδα της καταναλωτικής κοινωνίας μας. Αντίθετα, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η επαφή με τη φύση, η συνεχής παιδεία, ο πολιτισμός, η ποιότητα της ζωής μέσα σε ανθρώπινες πόλεις και η κοινωνία της αγάπης είναι ίσως πολυτιμότερα συστατικά του ευ ζην, της ευτυχίας του ανθρώπου σε αρμονία με την Κτίση.

Γι’ αυτόν τον κοινωνικό μετασχηματισμό, που θα έχει βαθύτατες επιπτώσεις στον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, δεν αρκεί η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά απαιτείται τάχιστα και μια στροφή στον συνολικό προσανατολισμό της οικονομίας προς την αειφορία. Ο γράφων με τη στήριξη του προέδρου της Ε. Ε. Ζακ Ντελόρ είχε γράψει από το 1993 το 10ο κεφάλαιο της Λευκής Βίβλου για την Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα και Απασχόληση, με τον τίτλο «Προς ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης», που αποτελεί ακόμα και σήμερα σημείο αναφοράς για την κίνηση της περιβαλλοντικής δημοσιονομικής μεταρρύθμισης (Environmental Fiscal Reform ή ΕFR).

Κατά τη γνώμη μου, που συμμερίζονται πολλοί πολιτικοί και οικονομολόγοι στις ανεπτυγμένες χώρες της Ε. Ε., αυτό μπορεί να επιτευχθεί σε βραχύ σχετικώς χρόνο, μόνο με την ένταξη του περιβαλλοντικού και κοινωνικού κόστους στις τιμές, έτσι που να επιτύχουμε την ταχεία αλλαγή των καταναλωτικών και παραγωγικών προτύπων προς την κατεύθυνση της αειφορίας και της κοινωνικής συνοχής. Το πλεονέκτημα αυτής της λύσης είναι ότι οι δυνάμεις της αγοράς μετατρέπονται σε εργαλείο της περιβαλλοντικής και κοινωνικής πολιτικής, αντί να είναι αντιμέτωπες.

Πιστεύω ότι το ισχυρότερο μέσο για να πετύχουμε αυτόν το μετασχηματισμό είναι μια ριζική περιβαλλοντική φορολογική μεταρρύθμιση, που να μετατοπίσει τον όγκο του φορολογικού βάρους από την εργασία (που το 2007 στην Ελλάδα κατέβαλε το 65% των φόρων) στην προστασία του περιβάλλοντος (που καλύπτεται με μόλις 7%). Μια κίνηση, που χωρίς να επιβαρύνει στο παραμικρό το συνολικό φορολογικό βάρος, αφού όλα τα πρόσθετα έσοδα από τους πράσινους φόρους διοχετεύονται στη μείωση της φορολογίας της εργασίας, έχει τουλάχιστο τέσσερις πολύ ευεργετικές και λίαν επίκαιρες επιπτώσεις:

Πρώτον, με τη μείωση των εισφορών της εργασίας οδηγεί σε μείωση του εργατικού κόστους και άρα σε αύξηση απασχόλησης, χωρίς απώλεια εισοδήματος για τους εργαζόμενους.

Δεύτερον, αυξάνει την ανταγωνιστικότητα και μάλιστα στους τομείς έντασης εργασίας, όπως ο τουρισμός ή η οικοδομή.

Τρίτον, μειώνει τη σπατάλη ενέργειας και φυσικών πόρων (μεταξύ άλλων, λύνει και το κυκλοφοριακό), τους ρύπους, και προστατεύει το περιβάλλον.

Τέταρτον, μειώνει τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή, αφού οι περιβαλλοντικοί φόροι εισπράττονται στην πηγή, ενώ η μείωση των συντελεστών κοινωνικών εισφορών διαπιστωμένα οδηγεί και σε μειωμένη εισφοροδιαφυγή.

Ολα αυτά δεν είναι θεωρητικά κατασκευάσματα, αλλά έχουν διαπιστωθεί στην πράξη, εδώ και πολλά χρόνια στην Ολλανδία, στις σκανδιναβικές χώρες, σε Γερμανία, Αυστρία και Μεγάλη Βρετανία, για να αναφερθώ μόνο στις κυριότερες χώρες που εφαρμόζουν αυτή τη φορολογική πολιτική, με μετρημένες όλες τις παραπάνω επιπτώσεις.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε -πολύ σωστά- στη Δανία ως πρότυπο για μίμηση. Αλλά σταμάτησε μόνο στην έμφαση που δίνει η Δανία στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Δεν προχώρησε στη φορολογική της πολιτική και δεν ανέφερε ότι η Δανία με τη μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα, τη μικρότερη ανεργία και συγχρόνως τη χαμηλότερη ενεργειακή ένταση στην Ε. Ε., παρουσιάζει και το υψηλότερο ποσοστό περιβαλλοντικών φόρων (12% των φορολογικών εσόδων). Αξίζει να αναφέρουμε ότι σε λίγο θα υποβληθεί στο βρετανικό Κοινοβούλιο το πόρισμα της Green Commission για τους τρόπους με τους οποίους οι πράσινοι φόροι θα φτάσουν να καλύπτουν το 20% των φορολογικών εσόδων.

Ο γράφων, στο πλαίσιο της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, έχει εκπονήσει και είχε υποβάλει στην απελθούσα κυβέρνηση πλήρη μελέτη εφαρμογής της περιβαλλοντικής φορολογικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα, με συγκεκριμένες προτάσεις για τις φορολογικές βάσεις, τους συντελεστές των πράσινων φόρων, τους μειωμένους συντελεστές των κοινωνικών εισφορών, μαζί και με το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους. Η μελέτη θα υποβληθεί και πάλι στην παρούσα κυβέρνηση, ελπίζω αυτή τη φορά με κάποιο αποτέλεσμα. Η διεθνής εμπειρία, πάντως, διδάσκει ότι πράσινη οικονομία χωρίς πράσινους φόρους δεν είναι εφικτή.

* Ο κ. Γιάννης Παλαιοκρασσάς είναι πρώην υπουργός Οικονομικών.