ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάλυση: Κράτος, αγορά και οι δύο σχολές στην κυβέρνηση

Ορισμένες προεκλογικές εξαγγελίες γίνονται προς άγραν ψήφων και μετεκλογικά ανατρέπονται με τρόπο που δείχνει να υποτιμά την κοινή νοημοσύνη. Διάσημο παράδειγμα, η δέσμευση Α. Παπανδρέου πριν το 1981, ότι θα διώξει τις αμερικανικές βάσεις και η μετέπειτα συμφωνία παραμονής τους, που παρουσιάστηκε ως… απομάκρυνση των βάσεων εντός 5ετίας.

Ορισμένες εξαγγελίες, πάλι, γίνονται χωρίς ψηφοθηρικό δόλο. Παράδειγμα, η προεκλογική απόρριψη της πολιτικής της «σκληρής δραχμής» από τον κ. Κ. Σημίτη και η συνεπής εφαρμογή αυτής ακριβώς της πολιτικής μετεκλογικά, όταν ο κ. Λ. Παπαδήμος απέδειξε ότι χωρίς την πολιτική της «σκληρής δραχμής» η Ελλάδα δεν θα δει την ΟΝΕ ούτε με κιάλια. Ο κ. Σημίτης είχε τη γενναιότητα να αναιρέσει έγκαιρα το λάθος του.

Το συνηθέστερο πάντως (και εύλογο…) είναι ότι μετεκλογικά απαιτείται μια αποσαφήνιση πολιτικών, κάθαρσή τους από παρανοήσεις ή διαστρεβλώσεις. Οσο νωρίτερα συμβαίνει αυτό, τόσο το καλύτερο.

Ουκ ολίγοι θεωρούν χρήσιμο να προχωρήσει στη διευκρίνιση ορισμένων επίμαχων ζητημάτων και η κυβέρνηση του κ. Γ. Παπανδρέου. Η θεματολογία που έχει ανάγκη πληρέστερης αποσαφήνισης αφορά τη σχέση κράτους – αγοράς. Τι θα είναι κρατικό και τι όχι, τι σημαίνει κρατική εποπτεία και αν την ταυτίζει με την κρατική ιδιοκτησία.

Μία σχολή σκέψης (η κυρίαρχη) στην κυβέρνηση υποστηρίζει, για παράδειγμα, ότι «ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα είναι σημαντικός σε επενδύσεις και στη λειτουργία των λιμανιών, μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες για αποδοτικές και ποιοτικές λιμενικές υπηρεσίες. Και ο ρόλος του κράτους είναι η εξασφάλιση και διάθεση της γης και των κατάλληλων υποδομών στα λιμάνια, ο στρατηγικός σχεδιασμός και συντονισμός τους, η δημιουργία πλαισίου για ενθάρρυνση της συμμετοχής ιδιωτών στα λιμάνια, η ρύθμιση θεμάτων ασφαλείας και προστασίας περιβάλλοντος εντός των λιμανιών και η προστασία των πελατών των λιμανιών». Μάλιστα, προτεραιότητα είναι ο «εκσυγχρονισμός των λιμανιών με προσέλκυση επενδύσεων, ώστε να αυξηθεί η ποιότητα των υπηρεσιών και να επικρατήσουν ανταγωνιστικές τιμές».

Στην περίπτωση του ΟΤΕ, εξάλλου, αυτή η σχολή από παλιά ήγειρε «σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσον ο ΟΤΕ με ελεγχόμενη από το κράτος διοίκηση μπορεί να αντεπεξέλθει στις νέες προκλήσεις, δεδομένων των προβλημάτων που παρουσίασε αυτό το μοντέλο διοίκησης τις τελευταίες 10ετίες. Από την άλλη πλευρά -τόνιζε- η αποχώρηση του κράτους από τον ΟΤΕ μπορεί να γίνει μόνον κάτω από όρους και συνθήκες οι οποίες διασφαλίζουν ότι αυτός ο εθνικός πλούτος πηγαίνει στα χέρια στρατηγικού παίκτη με κυρίαρχη θέση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και με δεσμεύσεις για παρουσία και επενδύσεις στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση είναι κρίσιμη η περαιτέρω ισχυροποίηση του ρυθμιστή».

Πράγματα απλά, σαφή και εναρμονισμένα με τα σύγχρονα δεδομένα. Αυτή η σχολή σκέψης φαίνεται ότι εκφράζεται διά του υπουργού Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου. Αλλωστε, τα αποσπάσματα που προαναφέρθηκαν περιέχονται σε αδημοσίευτη (ανεπίσημη) μελέτη που έγινε στο πλαίσιο του ΙΣΤΑΜΕ, το καλοκαίρι 2005, υπό την άμεση επίβλεψη του σημερινού υπουργού Οικονομικών.

Στην πράξη, ωστόσο, αυτές οι σαφείς επιλογές «θαμπώνουν». Πολλοί υποστηρίζουν ότι αυτό συμβαίνει επειδή μέσα στην κυβέρνηση υπάρχει και άλλη, διαφορετική σχολή σκέψης, η οποία ταυτίζει τον κρατικό έλεγχο με την κρατική ιδιοκτησία ή, ίσως, γοητεύεται από τη διαχείριση αυτής της ιδιοκτησίας. Αυτό δεν θα εξέπληττε, άλλωστε αυτή η σχολή έχει οπαδούς παντού – «αριστερά» και δεξιά.

Οφείλω να παραδεχτώ, πάντως, ότι δεν κατανοώ τι επιπλέον θα διασφαλίσει το κράτος αν, για παράδειγμα, αποκτήσει περισσότερες μετοχές του ΟΤΕ, που δεν μπορεί να το διασφαλίσει με το 20% του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει ή με το 10% που ίσως διατηρήσει αύριο. Και είμαι βέβαιος ότι, αν το κράτος αγοράσει μετοχές της Ολυμπιακής, απλώς θα λύσει κάποια προβλήματα ρευστότητας της MIG – η οποία υποθέτω ότι θα αισθανθεί ευτυχέστερη.