ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η διαχρονική ανάγκη των ιδιωτικοποιήσεων

Το ζήτημα της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και των ιδιωτικοποιήσεων αποτελεί μόνιμη αναφορά του οικονομικού προγράμματος κάθε κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια. Το ζήτημα δεν προέκυψε από την τρέχουσα οικονομική κρίση. Προϋπήρχε του Μνημονίου, ήταν απότοκο της ανάγκης για την εύρυθμη λειτουργία του δημοσίου τομέα και των οικονομικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων. Βεβαίως το ζήτημα είναι κρίσιμο, χρήζει ενδελεχούς και πολλαπλής ανάλυσης και μελέτης, με δεδομένο ότι σήμερα η πώληση περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Οπως συμβαίνει συνήθως στη χώρα μας, πολλά λέγονται – λίγα γίνονται. Ολα αυτά μέχρι τώρα, που ο κόμπος έφτασε στο χτένι και η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη στο πλαίσιο του Μνημονίου να προχωρήσει στην υλοποίηση αυτών των επιλογών. Ο χρόνος και ο τρόπος που γίνεται μια πράξη στη ζωή αλλά και στην πολιτική -τέχνη κατ’ εξοχήν της πράξης και του εφικτού- παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην αποτελεσματικότητά της. Η κυβέρνηση -που μέχρι τώρα δεν έχει προχωρήσει σε καμία αποκρατικοποίηση- καλείται επειγόντως να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα που προβλέπει τόσο ιδιωτικοποιήσεις ΔΕΚΟ όσο και αξιοποιήσεις ακίνητης περιουσίας, στο πλαίσιο του ήδη νομοθετημένου Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τρεις διακριτές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων: μετοχές, μη εισηγμένες εταιρείες, ακίνητη περιουσία. Η όλη διαδικασία οφείλει ν’ απαντά πειστικά σε δύο βασικές προϋποθέσεις. Η 1η είναι η διαφάνεια και η 2η αφορά τη σκοπιμότητα εκποίησης, δηλαδή το τίμημα σε σχέση με το αναμενόμενο όφελος. Στο θέμα της διαφάνειας η προσοχή οφείλει να εστιαστεί στις ορθές και ανοιχτές διαδικασίες που πρέπει από κοινού και δημόσια να προαποφασιστούν πριν από την πώληση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή αξιοποίησης. Το θέμα του τιμήματος είναι πολυσύνθετο, αφού δεν υπάρχει κάτι το γενικά αποδεκτό και απόλυτα αντικειμενικό. Είναι σαφώς διαφορετικές οι παράμετροι για τις εταιρείες και διαφορετικές για την ακίνητη περιουσία. Μπορούν πάντως να διασφαλιστούν κάποιοι συγκεκριμένοι όροι αντικειμενικότητας αν ακολουθηθούν σωστές διαδικασίες. Είναι γεγονός ότι όλες οι αξίες σήμερα είναι απομειωμένες λόγω της κρίσης. Επομένως πάντα θα επικρέμαται η αμφιβολία για «ξεπούλημα», με τις όποιες πολιτικές επιπλοκές μπορεί αυτό να σημαίνει για τώρα ή για το μέλλον. Βέβαια σε κάθε περίπτωση οι ενέργειες αυτές κυρίως στοχεύουν στη μείωση του χρέους. Και πρέπει αναμφίβολα να συνυπολογιστεί στο ύψος του τιμήματος ότι και η επαναγορά του χρέους θα γίνει σε απαξιωμένα ομόλογα. Π.χ. ένα τριετές ομόλογο έχει σήμερα απόδοση μέχρι τη λήξη 26%. Αυτό είναι και το πραγματικό κέρδος του κράτους από τις επαναγορές. Το ερώτημα λοιπόν είναι ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να διασφαλίσουν αποδόσεις πάνω από 26% τα επόμενα τρία χρόνια. Αυτή είναι η λογική που μπορεί να δικαιολογήσει πωλήσεις ακόμη και σε χαμηλές τιμές. Πρέπει να βλέπουμε και τις δύο πλευρές του ισολογισμού. Ολες οι επιλογές αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας πρέπει να εξασφαλίζουν, με τρόπο κατηγορηματικό, αγαθά υπέρτερα και διαχρονικά. Πρέπει επομένως να αποκλειστούν υποδομές και δίκτυα απαραίτητα για την εθνική ασφάλεια, πρέπει να διασφαλιστεί το υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας τάξης και της δημόσιας υγείας των καταναλωτών κ.λπ. Οι αποφάσεις αξιοποίησης πρέπει να βασίζονται σε άρτιες οικονομοτεχνικές μελέτες οι οποίες πρέπει να κατατεθούν στη Βουλή έγκαιρα πριν από κάθε απόφαση. Ειδικότερα, οι μη εισηγμένες και τα ακίνητα πρέπει να στηριχθούν σε εκθέσεις συμβούλων και εκτιμητών. Ολα τα πιο πάνω μαζί με τις ανοιχτές διαδικασίες είναι βασικές προϋποθέσεις για τη λήψη ορθών αποφάσεων αλλά και για την υλοποίησή τους χωρίς πολιτικές ή νομικές επιπλοκές τώρα ή στο μέλλον, πάντα με γνώμονα την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Μια εναλλακτική μορφή που μπορεί να συγκεντρώσει κεφάλαια σε σύντομο χρονικό διάστημα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα επανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων, είναι η τιτλοποίηση, η οποία προβλέπεται στον νόμο. Πιστεύω ότι πρέπει ν’ αποτελέσει πρώτη επιλογή. Μπορεί να σχηματιστεί δηλαδή ένα «καλάθι» με περιουσιακά στοιχεία εκτιμημένης αξίας και αυτό ν’ αποτελέσει εγγύηση για την έκδοση ομολόγων υψηλής πιστοληπτικής αξίας. Το ποσό που θα εισπραχθεί από την έκδοση μπορεί να κατευθυνθεί σε επαναγορά υπαρχόντων ομολόγων και έτσι θα διαγραφεί από το χρέος μια υπεραξία (διαφορά μεταξύ αγοραίας και ονομαστικής αξίας) της τάξεως 35%-50% στο ποσό της έκδοσης. Με τη λήξη των ομολόγων, αν η χώρα έχει ορθοποδήσει μέχρι τότε, το αποπληρώνει και απελευθερώνει έτσι τα περιουσιακά της στοιχεία. Υπάρχουν πολλοί γνωστοί τρόποι που μπορούν να εξασφαλίσουν ευελιξία και αποτελεσματικότητα στην προτεινόμενη τιτλοποίηση. Το ζήτημα είναι να υπάρξει πολιτική βούληση υπέρ αυτής της επιλογής η οποία και κερδοφόρα είναι, κυρίως όμως δίνει τη δυνατότητα στο ελληνικό Δημόσιο να ανακτήσει ή να αξιοποιήσει εκ νέου την περιουσία του, που άλλως θα πωληθεί οριστικά.

* Ο κ. Δ. Λιντζέρης είναι βουλευτής ΠΑΣΟΚ στη Β΄ Περιφέρεια Πειραιά.