ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΠΟΨΗ : Για ποιο αφορολόγητο διαφωνούσαμε;

Μεγάλη συζήτηση υπήρξε τελευταία αναφορικά με τη μείωση στη φορολογία εισοδήματος του αφορολόγητου ποσού των 12.000 ευρώ. Η αλήθεια είναι ότι το ποσό αυτό είναι συγκριτικά υψηλό. Αυτό φαίνεται αν εξετασθεί το αφορολόγητο ποσό μιας χώρας σε σχέση με το επίπεδο των αποδοχών. Το αφορολόγητο ποσό ως ποσοστό του μέσου μισθού στη χώρα ήταν 25,4% στη Γαλλία, 21,0% στη Γερμανία, 31,5% στην Αυστρία, 26,1% στο Λουξεμβούργο κ.ο.κ. Στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό ήταν 68,5%. Θα μπορούσε κατά συνέπεια να κατανοήσει κανείς γιατί οι αρμόδιοι και οι δανειστές μας στράφηκαν προς την κατεύθυνση αυτή. Αυτό όμως δεν είναι το θέμα μου. Γιατί, αν και σήμερα τα φορολογικά έσοδα έχουν μεγαλύτερη σημασία από ποτέ, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό. Και επειδή μετά τη μείωση του αφορολόγητου ποσού στα 8.000 ευρώ υπάρχει ο κίνδυνος το κεφάλαιο «αφορολόγητο» να μην ξανανοίξει, θα ήθελα να επισημάνω κάποιες πτυχές του, οι οποίες θα ήταν χρήσιμο να ληφθούν υπόψη στην επικείμενη φορολογική μεταρρύθμιση.

Πρώτον, υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους μπορεί να χορηγηθεί μια φορολογική ελάφρυνση. Και παρόλο που ορισμένοι από τους τρόπους αυτούς φαίνονται εκ πρώτης όψεως παρεμφερείς ή απόλυτα όμοιοι, διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους όσον αφορά τις διανεμητικές επιπτώσεις. Διαφέρουν δηλαδή όσον αφορά τις κατηγορίες των φορολογουμένων που ωφελούν περισσότερο, κάτι που εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται στην πράξη η παρεχόμενη φοροελάφρυνση.

Κατά τη γνώμη μου, ανεξάρτητα από το ύψος του αφορολόγητου ποσού, ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται/υπολογίζεται αυτό στην Ελλάδα δεν είναι ο καλύτερος δυνατός. Γιατί, από τη φύση της, η μέθοδος της επιβολής μηδενικού συντελεστή στα 12.000 ευρώ ή στα 8.000 ευνοεί περισσότερο τις υψηλές εισοδηματικές τάξεις. Και ο λόγος είναι απλός. Διαφορετικό είναι το όφελος κάποιου που φορολογείται με οριακό συντελεστή 45% όταν φορολογούνται 12.000 ή 8.000 ευρώ από το εισόδημά του με μηδενικό συντελεστή, από το όφελος κάποιου που φορολογείται με οριακό συντελεστή 18%.

Υπάρχουν τρόποι να διατηρήσουμε, αν επιθυμούμε, το όποιο αφορολόγητο ποσό, αλλά τα οφέλη του να κατανέμονται διαφορετικά στους φορολογουμένους, εξοικονομώντας παράλληλα σημαντικούς πόρους για το Δημόσιο. Ή, για να το πω διαφορετικά, μπορεί να διατηρηθεί το όποιο αφορολόγητο ποσό επιθυμούμε, το Δημόσιο να έχει την ίδια απώλεια εσόδων, αλλά το όφελος για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα να είναι σημαντικά μεγαλύτερο από ό,τι σήμερα. Είναι θέμα επιλογής, το οποίο δεν πρόλαβε ίσως να συζητηθεί.

Δεύτερον, ανεξάρτητα και πάλι από το ύψος του αφορολόγητου ποσού, ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται το ποσό αυτό στην Ελλάδα ευνοεί περισσότερο τις οικογένειες που αποκτούν εισόδημα και οι δύο σύζυγοι. Γιατί στην Ελλάδα τα εισοδήματα των συζύγων φορολογούνται χωριστά, με συνέπεια σε οικογενειακή βάση το αφορολόγητο ποσό, όταν έχουν και οι δύο σύζυγοι εισόδημα, να διπλασιάζεται. Ετσι, δύο οικογένειες με το ίδιο ακριβώς οικογενειακό εισόδημα και τις ίδιες ανάγκες φορολογούνται διαφορετικά αν το εισόδημα της μιας προέρχεται από τον ένα μόνο σύζυγο και της άλλης και από τους δύο συζύγους. Υπάρχει κατά συνέπεια ζήτημα οριζόντιας φορολογικής δικαιοσύνης. Αντίθετα, αν σε μια οικογένεια ο ένας από τους δύο συζύγους χάσει τη δουλειά του, η οικογένεια δεν έχει μόνο απώλεια εισοδήματος αλλά, με τη μη χορήγηση έκπτωσης αντίστοιχης με το αφορολόγητο ποσό στον έτερο σύζυγο, η κατάστασή της επιδεινώνεται και φορολογικά. Και αν μέχρι τώρα στο θέμα αυτό δεν είχε δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, γιατί μπορεί η μη απόκτηση εισοδήματος από τον ένα σύζυγο να εθεωρείτο ότι ήταν ώς ένα βαθμό θέμα επιλογής, η κατάσταση είναι σήμερα διαφορετική. Και η αδυναμία όμως αυτή του τρόπου χορήγησης της φορολογικής ελάφρυνσης μπορεί με διάφορες μεθόδους να αντιμετωπισθεί.

Τρίτον, όταν σχεδιάζεται ένα φορολογικό σύστημα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες που επικρατούν στη χώρα στην οποία το σύστημα αυτό θα εφαρμοσθεί. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος το σχέδιο να είναι άριστο «επί χάρτου», αλλά να προκύπτουν προβλήματα στην εφαρμογή. Γιατί στην Ελλάδα, ένα υψηλό ποσοστό φορολογουμένων, πλην φυσικά των μισθωτών και συνταξιούχων που δεν έχουν μεγάλα περιθώρια φοροδιαφυγής, δηλώνει εισόδημα γύρω από το αφορολόγητο όριο, παραμένοντας έτσι και «με τον νόμο» αφορολόγητο. Μήπως είναι καιρός να μελετηθεί εξαρχής το όλο σύστημα; Δηλαδή, σε ποιους, με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες προϋποθέσεις πρέπει να παρέχεται το όποιο αφορολόγητο ποσό αποφασισθεί και να συνδυασθεί η παροχή του με άλλα μέτρα ώστε να μην απαλλάσσονται «και με τον νόμο» εντελώς από τη φορολογία οι πλέον θρασείς φορολογούμενοι;

Τελειώνοντας, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το αφορολόγητο που αναλογεί σε κάθε φορολογούμενο συντίθεται και από αυτό που αναγνωρίζεται για τα προστατευόμενα μέλη. Το θέμα αυτό παρουσιάζει μεγάλες ιδιαιτερότητες στην Ελλάδα, οι οποίες αποκλίνουν της κοινής λογικής και διεθνούς πρακτικής. Είναι επίσης αρκετά σύνθετο και ευαίσθητο στη χώρα μας, γιατί συνδέεται με το μισθολόγιο (σε όσες περιπτώσεις προβλέπονται οικογενειακά επιδόματα) και ίσως δύσκολα θα ανοίξει.

Ολα τα παραπάνω μπορεί να είχαν αναδειχθεί αν η συζήτηση για το αφορολόγητο δεν είχε εξαντληθεί στην ποσοτική του διάσταση.

* Ο κ. Νίκος Τάτσος είναι καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής, πρέσβης της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ.