ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάγκη για σχέδιο και όραμα στο Δημόσιο

Στο σημείο που βρίσκεται η χώρα, η ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής αποτελούσε δυστυχώς μονόδρομο. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα αποφεύγαμε να πάρουμε αναπότρεπτο ρίσκο για το μέλλον της χώρας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα διατηρούσαμε οποιαδήποτε επιρροή έχουμε στην εξέλιξη της κρίσης και δεν θα παραδίδαμε το μέλλον και τη μοίρα της χώρας και των παιδιών μας σε ξένους, εταίρους και μη.

Ωστόσο, για μία ακόμη φορά το ελληνικό κράτος έδειξε τραγικά ανίκανο για οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση και σχεδιασμό. Δεν αναφερόμαστε εδώ στο ότι δεν έγινε συστηματική ανάλυση και σύγκριση διαφορετικών δημοσιονομικών στρατηγικών και σεναρίων εσόδων. Δεν αναφερόμαστε στο ότι ο σχεδιασμός για δημιουργία clusters σε τομείς που η Ελλάδα έχει ή μπορεί να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα ήταν προβληματικός. Ούτε καν στην ορθότητα των παραδοχών και προβλέψεων του Μεσοπρόθεσμου. Αναφερόμαστε απλά στο γεγονός ότι τρέχαμε μέχρι την ύστατη στιγμή για να ισορροπήσουμε τους αριθμούς μιας εισπρακτικής λίστας (χωρίς να υποτιμάται η δυσκολία αυτού του εγχειρήματος, που θα έπρεπε, ωστόσο, βάσει του αρχικού χρονοδιαγράμματος, να έχει ολοκληρωθεί τον Μάρτιο).

Συνεχίζουμε έτσι να τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις χωρίς οργάνωση, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς συνεννόηση στα μετόπισθεν, χωρίς να έχει δημιουργηθεί ένας στοιχειωδώς αξιόπιστος κυβερνητικός ή κρατικός μηχανισμός ανάλυσης και αντιμετώπισης της κρίσης, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε ή πού θέλουμε να πάμε.

Η επίτευξη των προβλέψεων και στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος υπό τις υφιστάμενες συνθήκες είναι εκ των πραγμάτων εξαιρετικά δύσκολη. Χειρότερα, ωστόσο, ακόμη και αν το Μεσοπρόθεσμο εφαρμοστεί και «επιτύχει» τους οικονομικούς στόχους του, δεν σημαίνει ούτε ότι η χώρα θα έχει λύσει τα δομικά και διαρθρωτικά της προβλήματα, ούτε ότι θα έχει θέσει γερά θεμέλια για την ανάπτυξή της, ούτε βέβαια ότι θα έχει μπει σε βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά. Αυτό σημαίνει ότι, στο σημείο που είμαστε, περισσότερο σημασία έχει τι θα κάνουμε τώρα, την επόμενη ημέρα της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου, πόσο αποφασιστικά και βαθιά θα προχωρήσουμε στις αναγκαίες διαρθρωτικές τομές και παρεμβάσεις που σταδιακά θα μας επιτρέψουν να επιστρέψουμε σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Μόνον έτσι θα επανακτήσουμε το μέλλον μας.

Η εφαρμογή, ωστόσο, της ανωτέρω στρατηγικής προϋποθέτει την ύπαρξη αποτελεσματικού κράτους. Προϋποθέτει, δηλαδή, μία διοικητική/γραφειοκρατική μηχανή με ικανότητα χάραξης, σχεδιασμού, εφαρμογής και ελέγχου πολιτικής. Οση βοήθεια, με τη μορφή τεχνογνωσίας, και αν δεχτούμε από τους Ευρωπαίους και άλλους εταίρους μας -και πράγματι χρειαζόμαστε τέτοια βοήθεια- αυτή είναι μία κρίση από την οποία δεν θα βγούμε αν δεν καταφέρουμε να «περπατήσουμε» μόνοι μας, αν δεν σηκώσουμε οι ίδιοι το βλέμμα μας προς τον ορίζοντα να δούμε πού θέλουμε να πάμε και να αναλύσουμε το πώς θα φτάσουμε εκεί. Με αυτήν την έννοια η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αποτελεί προϋπόθεση, όχι αποτέλεσμα της εξόδου της χώρας από την κρίση.

Ενώ ο πρωθυπουργός έδειξε να κατανοεί την αναγκαιότητα αυτή αρκετά νωρίς, μόλις τα σύννεφα της κρίσης πύκνωσαν, οποιαδήποτε σχετική προσπάθεια εγκαταλείφθηκε. Από τη μία πλευρά δεν προχώρησε στη δημιουργία ισχυρού πρωθυπουργικού γραφείου (τύπου Downing street ή oval office) με πραγματική ικανότητα ανάλυσης, παραγωγής και ελέγχου πολιτικής. Στο πλαίσιο ενός κράτους με εξαιρετικά αδύναμη ικανότητα ανάλυσης και σχεδιασμού, τα βραχυχρόνια οφέλη μιας τέτοιας κίνησης είναι προφανή. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση δεν προσπάθησε συστηματικά να αφυπνίσει και να αξιοποιήσει, στο μέτρο του δυνατού, το σημαντικό ανθρώπινο κεφάλαιο (κυρίως νέοι άνθρωποι με εξειδικευμένα/μεταπτυχιακά προσόντα) που ήδη υπάρχει (λιμνάζει, αχρηστεύεται) στο Δημόσιο.

Ως εκ τούτου και δεδομένων του επείγοντος και της κρισιμότητας της κατάστασης, μεγάλο μέρος των ελπίδων και των ευθυνών επαφίεται στους διευθυντές, γενικούς διευθυντές και ειδικούς/γενικούς γραμματείς των υπουργείων. Αν δεν καταβάλουν τα μέγιστα για να δημιουργήσουν δυναμικές δημιουργικής ανατροπής, ανάλυσης και γνωσιοπαραγωγής εκ των έσω, από κάτω προς τα πάνω, αν δεν οργανωθούν εκ των κάτω θύλακες γνωσιοπαραγωγής, δημιουργικού μετασχηματισμού και διάχυσης «βέλτιστων πρακτικών», ανεξάρτητα από τη στάση/ενδιαφέρον/συμμετοχή της εκάστοτε κυβέρνησης, τότε οι πιθανότητες να τα καταφέρουμε στην παγκόσμια πολιτική οικονομία του αύριο είναι περιορισμένες. Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι το μέγεθος, αλλά η αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα. Στόχος μας δεν πρέπει να είναι να κινηθούμε από ένα μεγάλο σε ένα μικρό κράτος που θα παραμένει αντιπαραγωγικό και αναποτελεσματικό. Οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να εξαντληθούν στο θέμα του μισθολογικού κόστους, αλλά να συμπληρωθούν με επενδύσεις στο υφιστάμενο αξιοποιήσιμο ανθρώπινο και γνωστικό κεφάλαιο, με καλύτερη σύνδεση των δημοσίων υπηρεσιών με την έρευνα και το πανεπιστήμιο στους τομείς που υπάρχουν συνέργειες, και με την ένταξη και χρησιμοποίηση του ανθρωπίνου αυτού δυναμικού σε ουσιαστικές διαδικασίες ανάλυσης, παραγωγής και ελέγχου πολιτικής. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να απαντήσουμε πρώτα στο ερώτημα τι θέλουμε η δημόσια διοίκηση να κάνει. Μία μεταρρύθμιση στο «κόστος» χωρίς μεταρρύθμιση στην «ουσία» θα αποδειχθεί κενό γράμμα. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν πιο συμφέρον να «καταργήσουμε» την κρατική διοικητική μηχανή…

* Ο κ. Ανδρέας Αντωνιάδης είναι επίκουρος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο & διευθυντής του Κέντρου Παγκόσμιας Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Sussex.