ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σκέψεις για φορολογική ελάφρυνση των ακινήτων

Επειτα από διαδοχικές φορολογικές επιβαρύνσεις που, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση και την έλλειψη χρηματοδότησης μέσω στεγαστικών δανείων, έχουν νεκρώσει την αγορά ακινήτων, φαίνεται πως το οικονομικό επιτελείο μελετά μια νέα προσέγγιση. Αρχής γενομένης από το προσεχές φθινόπωρο, αναμένεται να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στη φορολογική πολιτική γύρω από τα ακίνητα, με σημείο αναφοράς την ελάφρυνση των φορολογικών βαρών. Ο στόχος είναι να τονωθεί ο παραπαίων κλάδος, ο οποίος παραδοσιακά αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας.

Σοβαρές αντιρρήσεις

Ενα σημείο όμως της εν λόγω προσέγγισης, που ήδη συναντά σοβαρές αντιρρήσεις από τους φορείς της αγοράς, συνιστά η εκ νέου πρόθεση για εξίσωση των αντικειμενικών αξιών με τις αγοραίες τιμές, σε μια περίοδο που σε αρκετές περιπτώσεις, περιοχών και ακινήτων, οι τελευταίες έχουν υποχωρήσει σε τέτοιο βαθμό (αφορά περισσότερο παλαιότερης κατασκευής ακίνητα), που υπολείπονται των αντικειμενικών. Η πρόταση για την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών περιλαμβάνεται στο στρατηγικό σχέδιο 2011-2015 για τη φορολογική διοίκηση, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές της εβδομάδας.

Οπως προκύπτει, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του εθνικού φορολογικού συστήματος που έχει δρομολογηθεί για τον προσεχή Σεπτέμβριο, ο κλάδος των ακινήτων θα έχει κεντρική θέση όσον αφορά την από μηδενικής βάσης επανεξέταση του συνόλου των φόρων που σήμερα ισχύουν. Αυτό αφορά ακόμα και τον φόρο μεταβίβασης, τον ΦΠΑ, αλλά και τον ΦΠΑ των υλικών κατασκευής, με στόχο να παρασχεθούν τα απαιτούμενα κίνητρα ώστε να επιτραπεί η ανάκαμψη του κλάδου. Ηδη άλλωστε έχει παγώσει επ’ αόριστον η διαδικασία αύξησης των αντικειμενικών αξιών, μια κίνηση που, ούτως ή άλλως, δεν θα είχε κάποιο νόημα σήμερα, δεδομένου ότι οι αγοραίες αξίες αποκλιμακώνονται σε πολλές περιοχές της χώρας, έχοντας πλέον προσεγγίσει τις αντικειμενικές τιμές. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, οι αντικειμενικές αξίες είναι ακόμα και υψηλότερες από τις εμπορικές.

Πέραν των αντικειμενικών αξιών, δεν επιβλήθηκε και το τέλος ακινήτων που σχεδίαζε η προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών και το οποίο επρόκειτο να εισπράττεται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. Βέβαια, επιβλήθηκε εντέλει πολύ πιο επαχθής Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ), με συντελεστή 0,2% για τα ακίνητα με αξία από 200.000 ευρώ και έως 500.000 ευρώ, δηλαδή ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του συνολικού αποθέματος.

Οσον αφορά τον φόρο μεταβίβασης, οι σημερινοί συντελεστές ξεκινούν από το 8% για ποσό έως 20.000 ευρώ και 10% για το τμήμα πάνω από αυτό. Επίσης, επί του φόρου επιβάλλεται και πρόσθετο τέλος 3%, με στόχο την οικονομική ενίσχυση των δήμων. Οι συντελεστές αυτές κατατάσσουν την Ελλάδα στην κορυφή της Ευρώπης από πλευράς φορολογίας, ένα δεδομένο αντικίνητρο για την πραγματοποίηση επενδύσεων και από τους αγοραστές του εξωτερικού. Σκέψεις υπάρχουν για μείωση και του ΦΠΑ στα ακίνητα, ένας φόρος που ξεκίνησε να εφαρμόζεται το 2006 με συντελεστή 18% φτάνοντας σήμερα το 23% (εξαιρούνται οι αγοραστές πρώτης κατοικίας).

Πλήγμα στην κτηματαγορά

Σύμφωνα με τους φορείς της αγοράς, αν η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών δεν συνοδευθεί από γενναίες μειώσεις του φόρου μεταβίβασης, το πλήγμα στην κτηματαγορά θα είναι δεδομένο, ανεξάρτητα από τυχόν άλλες ελαφρύνσεις που προκύψουν, όπως για παράδειγμα η μείωση του ΦΠΑ. Μάλιστα, σύμφωνα με ορισμένους, η αύξηση των αντικειμενικών θεωρείται «δώρο» προς τον τραπεζικό κλάδο, καθώς μια τέτοια κίνηση θα τονώσει το ενεργητικό των τραπεζών, ιδίως εκείνων που έχουν μεγάλη έκθεση στον κλάδο της κατοικίας, μέσω στεγαστικών δανείων που χορηγήθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Προτάσεις

Στο πλαίσιο πάντως του δημόσιου διαλόγου για την αναμόρφωση της φορολογίας ακινήτων, η Ομοσπονδία Κτηματομεσιτών Ελλάδος έχει καταθέσει τις δικές της προτάσεις, σύμφωνα με τις οποίες το κράτος μπορεί να αποκομίσει πρόσθετα έσοδα έως και 10 δισ. ευρώ. Μεταξύ των μέτρων, οι μεσίτες προτείνουν την παράταση της διαδικασίας για την τακτοποίηση ημιυπαίθριων χώρων κατά δύο ακόμα χρόνια, την τακτοποίηση και των αυθαιρέτων κτισμάτων, την αύξηση των αφορολόγητων ποσών για την απαλλαγή της πρώτης κατοικίας, αλλά και τη μείωση του φόρου μεταβίβασης στο 2%, όπως ισχύει σε όλη την Ευρώπη, ιδίως σε ό,τι αφορά αγορά ακινήτων που είναι διατηρητέα, βρίσκονται σε παραμεθόριες περιοχές, αγροτικές γαίες, εκτάσεις όπου πρόκειται να ανεγερθούν επαγγελματικοί τουριστικοί χώροι και ξενοδοχεία-τουριστικά καταλύματα. Επίσης, ζητούν η μείωση αυτή να προκύπτει και σε περιπτώσεις αγοράς ακινήτων η οποία χρηματοδοτείται από την αμέσως προηγηθείσα πώληση ενός άλλου ακινήτου.