ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυτοί και εμείς: το σύνδρομο του περιούσιου λαού

​​Ο χαρακτηρισμός «αυτοί και εμείς» παραπέμπει στη θεώρηση που είχαν οι πάλαι ποτέ άρχοντες του Κρεμλίνου για τον σοβιετικό κόσμο του υπαρκτού σοσιαλισμού, σε αντιδιαστολή με τις χώρες της Δύσης, όπου επικρατούσε η καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Ας έρθουμε όμως στα καθ’ ημάς.

Εν έτει 2012, στην Ελλάδα, μας διακατέχει το σύνδρομο του περιούσιου λαού. Εμείς ως Ελληνες είμαστε κάτι το διαφορετικό σε σχέση με τους εταίρους μας.

Πολύ συχνά πολιτικοί και δημοσιογράφοι κάνουν χρήση του όρου «οι Ευρωπαίοι» ωσάν να μην είμαστε χώρα ευρωπαϊκή. Ο διαφορετικός αυτός τρόπος θεώρησης αποτελεί πηγή δεινών για την Ελλάδα.

Ως περιούσιος λαός, έχουμε δικαιώματα και σπάνια υποχρεώσεις. Δικαιούμεθα πόρους από τα ευρωπαϊκά ταμεία στήριξης, αλλά αρνούμεθα πεισματικά να εκσυγχρονίσουμε τις δομές μας, ώστε η χρήση των πόρων αυτών να έχει τα άριστα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα επί της οικονομίας και επί της κοινωνίας.

Ως περιούσιος λαός, έχουμε το δικαίωμα να καταναλώνουμε χωρίς να παράγουμε. Η παραγωγή πλούτου και η επιχειρηματικότητα δαιμονοποιήθηκαν. Επικράτησε η αρχή της ήσσονος προσπάθειας απαιτώντας συγχρόνως την άνοδο του βιοτικού μας επιπέδου μέσω μιας επίπλαστης ευδαιμονίας, την οποία αποκτήσαμε με επιδοτήσεις και δανεισμό, δημόσιο και ιδιωτικό.

Ως περιούσιος λαός, δημιουργήσαμε ένα στρεβλό κράτος πρόνοιας: σπάταλο, αναποτελεσματικό και χαμηλών ποιοτικών προδιαγραφών, και αυτό, παρά τους παραγωγικούς πόρους που απορρόφησε. Οι χρήστες των υποβαθμισμένων υπηρεσιών του αντιμετωπίστηκαν ως πηγή παράνομου πλουτισμού από εκείνους οι οποίοι εντός των δομών του θεωρητικά θα έπρεπε να λειτουργούν ως υπηρέτες του πολίτη και υποστηρικτές του συλλογικού αγαθού, έννοια την οποία επαναφέρουν στη μνήμη τους κάθε φορά που θίγονται τα συμφέροντά τους.

Ως περιούσιος λαός με ατροφική την κοινωνία των πολιτών, θεοποιήσαμε το κράτος, στο οποίο προσδώσαμε θαυματουργές ιδιότητες. Δημιουργήσαμε έτσι ένα κράτος Λεβιάθαν, παραγωγό υπηρεσιών, ενίοτε δε και αγαθών υψηλού κόστους και χαμηλής αποτελεσματικότητας, εντός του οποίου οι χρήστες, για να ελαχιστοποιήσουν τον χρόνο αναμονής ώστε να εξυπηρετηθούν, είναι αναγκασμένοι να καταβάλουν το αντίστοιχο «τίμημα», πηγή παράνομου πλουτισμού. Σπάνια αναζητήσαμε εναλλακτικές. Εάν δηλαδή οι παραγόμενες από αυτό υπηρεσίες μπορούν να δοθούν στον καταναλωτή-χρήστη από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Ετσι το κράτος σταμάτησε πλέον να διαδραματίζει τον ρυθμιστικό του ρόλο, όπως αρμόζει σε μια δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Γιγαντώθηκε, καταδυνάστευσε τον φορολογούμενο πολίτη και απορρόφησε παραγωγικούς πόρους, τους οποίους αποστέρησε από την ιδιωτική οικονομία.

Ως περιούσιος λαός, επιλέξαμε τον δρόμο της συστημικής αδράνειας και των μη διαρθρωτικών αλλαγών σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας μας, τη στιγμή που όντας κάτοχοι ενός ισχυρού νομίσματος, όπως το ευρώ, οφείλαμε να είχαμε προβεί στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για να καταστήσουμε τις δομές μας σύγχρονες και ανταγωνιστικές. Ουδέποτε είχαμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την πορεία μας εντός του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος.

Το Μνημόνιο έπρεπε, τουλάχιστον μία δεκαετία πριν, εμείς οι ίδιοι να το είχαμε επεξεργαστεί και εφαρμόσει, τότε που είχαμε ισχυρούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, και όχι να περιμένουμε από τους Ευρωπαίους εταίρους μας να το συντάξουν για μας σε μια δραματική χρονική συγκυρία κατάρρευσης των δημοσιονομικών της χώρας.

Ως περιούσιος λαός, δημιουργήσαμε ένα συγκεντρωτικό σύστημα συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπου οι όποιες συμφωνηθείσες αυξήσεις στο κεντρικό αυτό επίπεδο, κατά τρόπο αυτόματο, διοχετεύτηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα, θέτοντας σε λειτουργία έναν αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό αύξησης του κόστους εργασίας και μείωσης της ανταγωνιστικότητας, διαδικασία από την οποία επηρεάστηκαν αρχικά παραγωγικές μονάδες που παράγουν και εμπορεύονται προϊόντα στη διεθνή αγορά και τελικά η ίδια η οικονομία μας.

Για να μπορέσουμε να σταθούμε ισότιμα μέσα στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια, θα πρέπει πρώτα να αναθεωρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους Ευρωπαίους εταίρους μας, έτσι ώστε και αυτοί με τη σειρά τους να αλλάξουν στάση για εμάς. Πρέπει επίσης να αποβάλουμε το σύνδρομο του περιούσιου λαού που μας χαρακτηρίζει. Μόνον έτσι θα κερδίσουμε τον σεβασμό τους, αλλά και τη χαμένη μας αξιοπρέπεια και αξιοπιστία.

* Ο κ. Μηνάς Αναλυτής είναι δρ οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Poitiers της Γαλλίας.