ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στερεύουν τα ταμειακά διαθέσιμα τον Οκτώβριο

Μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου φθάνουν τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους σύμφωνα με τις νέες προβολές του υπουργείου Οικονομικών. Για τον λόγο αυτό και ο πρωθυπουργός, κ. Αντ. Σαμαράς παραδέχτηκε σε μία από τις συνεντεύξεις του ότι εάν δεν δοθεί η επόμενη δόση των 31,5 δισ. ευρώ, τότε η Ελλάδα θα έχει πρόβλημα ρευστότητας.

Στις αρχές Οκτωβρίου αναμένεται να είναι έτοιμη -με βάση τον υφιστάμενο προγραμματισμό- η έκθεση της τρόικας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Εκθεση από την οποία θα εξαρτηθεί και η εκταμίευση ή μη της επόμενης δόσης. Οπότε για μία ακόμα φορά η Ελλάδα κινείται στο όριο και η κάλυψη των χρηματοδοτικών της υποχρεώσεων (εσωτερικού και εξωτερικού) εξαρτάται από τις εκδόσεις των εντόκων γραμματίων.

Πάντως, για μία ακόμη φορά το οικονομικό επιτελείο επεκτείνει τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους για διάστημα ενός ή δύο μηνών, ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα έως ότου έρθουν τα κεφάλαια από τον μηχανισμό στήριξης. Η επέκταση αυτή, όμως, της ρευστότητας δεν γίνεται χωρίς κόστος.

Το κόστος είναι ότι για να μπορεί το Δημόσιο να συνεχίσει να πληρώνει μισθούς και συντάξεις δεν πληρώνει σειρά άλλων υποχρεώσεών του, δημιουργώντας προβλήματα στην αγορά, αλλά και στη λειτουργία των κρατικών φορέων. Είναι ενδεικτικό, ότι από τις αρχές του έτους οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς προμηθευτές του έχουν αυξηθεί κατά περίπου 900 εκατ. ευρώ, ενώ το Δημόσιο έχει βάλει «φρένο» και στις επιστροφές φόρων για να διατηρήσει τα επίπεδα ρευστότητας.

Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομικών έχει περικόψει σημαντικά τις πρωτογενείς δαπάνες, ώστε να καλύψει και την απόκλιση από τα έσοδα, αλλά και να διατηρήσει στα ταμεία του κράτους κεφάλαια για την εξυπηρέτηση μισθών και συντάξεων.

Επίσης, για να μπορέσει το Δημόσιο να ανταποκριθεί στις πολύ βασικές του υποχρεώσεις του στο εσωτερικό, έχει αξιοποιήσει και τα κεφάλαια που βρίσκονταν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ. Γίνεται αντιληπτό ότι με τέτοιες κινήσεις το κράτος μπορεί να έχει κεφάλαια για να πληρώνει μισθούς και συντάξεις και να συνεχίζει να ζει.

Εάν, όμως, δεν διακοπεί αυτή η κατάσταση θα φτάσει επί της ουσίας να «φυτοζωεί» ολόκληρη η οικονομία, αφού δεν θα υπάρχει καθόλου ρευστό στην αγορά και στους φορείς του Δημοσίου. Τα 31,5 δισ. ευρώ αποτελούν μία σημαντική ένεση ρευστότητας, καθώς σε αυτά περιλαμβάνονται και κεφάλαια που θα διατεθούν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων και για να μειωθεί το ύψος των εντόκων γραμματίων.

Ο λόγος για τον οποίο είναι σημαντική η μείωση της έκθεσης του Δημοσίου σε έντοκα γραμμάτια, είναι για να «ανασάνουν» οι τράπεζες και να αρχίσουν και πάλι να τροφοδοτούν επιχειρήσεις και νοικοκυριά με κεφάλαια κίνησης. Από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, οι ελληνικές τράπεζες καλύπτουν τις εκδόσεις εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, με αποτέλεσμα να «κλειδώνουν» μεγάλα ποσά για λογαριασμό του κράτους.

Αρκεί μόνο να υπενθυμίσουμε ότι μόνο τον Αύγουστο, το Δημόσιο δανείστηκε μέσω εντόκων γραμματίων το ποσό των 6 δισ. ευρώ. Δηλαδή, κάτι λιγότερο από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου στα τέλη Ιουνίου (6,6 δισ. ευρώ).

Σε όλα αυτά, λειτουργεί επιβαρυντικά για τη διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων του κράτους και η κακή πορεία των φορολογικών εσόδων. Στα τέλη Ιουλίου τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού ήταν κατά 2,2 δισ. ευρώ λιγότερα από ό,τι αναμενόταν. Αυτό σημαίνει ότι το υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει να συμπεριλάβει στους υπολογισμούς του την υστέρηση εσόδων για να υπολογίσει το πότε θα σταματήσει το κράτος να έχει επαρκή διαθέσιμα.