ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον»

​​Διάβασα με ενδιαφέρον τις προτάσεις του Χάρη Θεοχάρη στην «Καθημερινή» της 19ης Αυγούστου. Πριν προχωρήσω στην ουσία, θέλω να πω μερικές σκέψεις για την πολύ κρίσιμη αποστολή του κ. Θεοχάρη. Είναι γενικός γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ), δηλαδή είναι ο κυρίαρχος της πληροφορικής στην κεντρική κυβέρνηση. Κατ’ αρχάς, είναι εξαιρετικά ευχάριστο και αποτελεσματικό ότι η νέα κυβέρνηση τον διατήρησε στη θέση του και έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι ακούνε και τις προτάσεις του. Προσωπικά πιστεύω ότι η ΓΓΠΣ πρέπει να αναβαθμιστεί και να πάρει πολύ περισσότερες αρμοδιότητες. Θα έπρεπε όλα τα έσοδα του κράτους να περνούν από τη ΓΓΠΣ. Για παράδειγμα, είναι εντελώς ξένο στη λογική μου το γεγονός ότι μια επιχείρηση υποβάλλει στη ΓΓΠΣ τα στοιχεία για τον Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών (ΦΜΥ) και παράλληλα υποβάλλει στο ΙΚΑ (και άλλα Ταμεία) χωριστές δηλώσεις σχετικά με τις ασφαλιστικές εισφορές των ίδιων εργαζομένων, και όχι μια ενιαία ηλεκτρονική κατάσταση με τις αποδοχές, τον ΦΜΥ και τις εισφορές (εργοδοτών και ασφαλισμένων) ώστε να είναι άμεση η διασταύρωση των στοιχείων.

Μία από τις 7 προτάσεις του κ. Θεοχάρη αφορά την αξιοποίηση στοιχείων τρίτων για τη σύλληψη της φοροδιαφυγής. Ε, λοιπόν, την ίδια ιδέα είχε και ο Στέφανος Μάνος ως υπουργός Οικονομικών το 1993. Ζήτησε και πήρε από τις τράπεζες στοιχεία σχετικά με τον τζίρο επιχειρήσεων που γίνονται μέσω πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών. Και έβγαλε λαβράκια. Επιχείρηση στη Μύκονο είχε τζίρο το 1992, μόνο από πιστωτικές κάρτες, πάνω από 100 εκατ. δραχμές και είχε δηλώσει συνολικό τζίρο 18 εκατ. δρχ.! Αλλη επιχείρηση, στο Σύνταγμα, επίσης είχε δηλώσει τζίρο υποπολλαπλάσιο από τον τζίρο των αγορών που έγιναν με πιστωτικές κάρτες. Και στις δύο επιχειρήσεις επιβλήθηκε προσωρινό κλείσιμο. Δυστυχώς όμως, όχι για πολύ. Παρενέβησαν οι πολιτικές δυνάμεις και ζήτησαν να ανοίξουν οι επιχειρήσεις και ουσιαστικά σκότωσαν μια πολύ καλή ιδέα η οποία θα μπορούσε να συνεισφέρει σημαντικά στον πόλεμο κατά της φοροδιαφυγής. Είναι φανερό ότι ιδέες και λύσεις υπάρχουν, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχουν αυτοί που θα τις υιοθετήσουν και επιβάλουν.

Και η ιστορία συνεχίζεται. Με την επάνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1993, κάποιος φωστήρας είχε τη φαεινή ιδέα να θεωρηθούν οι αγορές που γίνονται με πιστωτικές κάρτες τεκμήριο για τον κάτοχο της κάρτας! Το 1994 ο τζίρος με κάρτες μειώθηκε κατά περίπου 30% από το μέτρο αυτό. Δηλαδή το υπουργείο έσπρωχνε ουσιαστικά τον κόσμο να συναλλάσσεται με μετρητά, γεγονός το οποίο ενισχύει τη φοροδιαφυγή των επιχειρήσεων!

Ολες οι μελέτες σχετικά με τη φοροδιαφυγή προτείνουν τη σταδιακή ολοκληρωτική κατάργηση των μετρητών ως τρόπου πληρωμής στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Εμείς στην Ελλάδα κάνουμε ακριβώς το αντίθετο.

Μπορούμε να το δούμε με ένα ακραίο παράδειγμα: αν όλες οι αγορές σε όλη τη χώρα γίνονταν με χρεωστικές κάρτες, τότε το κράτος μέσω των τραπεζών θα είχε αυτόματα τον ακριβή τζίρο της κάθε επιχείρησης και θα μπορούσε να εισπράξει τον αναλογούντα ΦΠΑ άμεσα. Φυσικά το παράδειγμα είναι ακραίο, αλλά όσο τείνουμε να προσεγγίσουμε το ακραίο αυτό σύστημα τόσο περιορίζουμε τη φοροδιαφυγή στον ΦΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ολλανδία έχουν βάλει στόχο να περιορίσουν σημαντικά τη χρήση των μετρητών.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο τηλεπικοινωνιακός πάροχος Telfort δεν δέχεται (από τον Απρίλιο του 2010) πληρωμές με μετρητά, ενώ τα σούπερ μάρκετ δεν θα δέχονται μετρητά μετά το 2014 για λόγους ασφαλείας. Πέρα όμως από την ασφάλεια, ο οργανισμός Retail Banking Research υπολόγισε ότι η διαχείριση χαρτονομισμάτων και κερμάτων κοστίζει 130 ευρώ ετησίως σε κάθε Ευρωπαίο, το οποίο μεταφράζεται για την Ελλάδα σε 1,3 δισ. ευρώ. Δεν είναι λίγα. Αν περιορίσουμε τα μετρητά κατά 30%, τότε η οικονομία που θα έχουμε είναι περίπου 400 εκατ. ευρώ.

Και για να ολοκληρώσουμε την ιστορία με τις κάρτες, διαβάζω στον Τύπο ότι είναι πρόθεση του υπουργείου Οικονομικών να δώσει κίνητρα ώστε να επιβραβεύεται η αγορά αγαθών και υπηρεσιών με κάρτες. Μακάρι να το εφαρμόσει. Στις 19 Φεβρουαρίου 2010 (μήνες πριν από το ΔΝΤ) με γραπτό σημείωμά μου προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Οικονομικών, με τίτλο «Χρεωστικές (και πιστωτικές) κάρτες στο κυνήγι του ΦΠΑ αλλά ταυτόχρονα και στην εξυπηρέτηση του πολίτη», πρότεινα ακριβώς την παροχή κινήτρων ώστε να περιορίσουμε τη μη απόδοση του ΦΠΑ. Μεταξύ άλλων, το κείμενο περιλαμβάνει τα ακόλουθα: «Επιπλέον, με την αυξημένη χρήση των χρεωστικών καρτών, είναι δυνατόν να υπολογισθεί ένα ελάχιστο ποσό τζίρου ανά επιχείρηση, το οποίο να μας οδηγεί σε υπολογισμό του ελάχιστου ΦΠΑ. Ειδικότερα, για ορισμένες επιχειρήσεις (π.χ. εστιατόρια, ξενοδοχεία και κοσμηματοπωλεία κ.ά. σε τουριστικά μέρη) ο ελάχιστος αυτός τζίρος θα είναι πολύ κοντά στον πραγματικό λόγω της σχεδόν καθολικής χρήσης καρτών στις κατηγορίες αυτές. Στην Αργεντινή, στην οικονομική κρίση, η κυβέρνηση αύξησε τον ΦΠΑ αλλά επέστρεφε 3% του ΦΠΑ σε όσους χρησιμοποιούσαν κάρτες». Δυστυχώς, παρά την υποστήριξη που είχε η πρόταση αυτή, ουδέποτε υλοποιήθηκε και σήμερα την ξανασυζητούμε, αφού χάσαμε δυόμισι χρόνια. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

* Σύμβουλος επιχειρήσεων