ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γιατί οι μεγάλες εκροές καταθέσεων ενέτειναν την ύφεση στην Ελλάδα

Μια από τις βασικές δικαιολογίες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για τον λάθος πολλαπλασιαστή είναι ότι στους υπολογισμούς του δεν είχε συνυπολογίσει την εκροή των καταθέσεων, η οποία προέκυψε λόγω του ελλείμματος εμπιστοσύνης των επενδυτών. Αυτή η εκροή, υποστηρίζει το Ταμείο, προκάλεσε μεγάλο περιορισμό της ρευστότητας και των πιστωτικών συνθηκών, επηρεάζοντας τις δαπάνες και επιτείνοντας την ύφεση. Στην παρέμβασή του στην «Κ», ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ απέδωσε την κρίση εμπιστοσύνης στην περίοδο της αστάθειας και ανεπαρκούς εφαρμογής του προγράμματος, την οποία δεν είχε προβλέψει το ΔΝΤ.

Μπορεί, ανάλογα με τον ρόλο του στο ελληνικό πρόγραμμα, ο κάθε εμπλεκόμενος να δίνει τη δική του έμφαση στους λόγους για τους οποίους ο πολλαπλασιαστής αποδείχθηκε λανθασμένος, αφού διαψεύσθηκαν οι προβλέψεις του προγράμματος για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Ωστόσο, τουλάχιστον ο κ. Μπλανσάρ δικαιούται διά να ομιλεί, ως επιστήμονας που έχει μελετήσει το θέμα. Με δική του συνεισφορά επανεξετάσθηκε ο πολλαπλασιαστής στην πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ, ενώ ο ίδιος έχει υποστηρίξει στο παρελθόν ότι η δημοσιονομική πολιτική έχει σοβαρές επιπτώσεις στον ρυθμό ανάπτυξης.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, φαίνεται ότι επικράτησε η άποψη ότι, σε συνθήκες έλλειψης ρευστότητας, η δημοσιονομική πολιτική δεν έχει και τόση σημασία – ότι δηλαδή οι περικοπές που υπαγόρευε το Μνημόνιο δεν θα έχουν τόσο μεγάλες επιπτώσεις στον ρυθμό ανάπτυξης. Πιο «σκληρή» ήταν η πρόσφατη τοποθέτηση πηγών της τρόικας από τις Βρυξέλλες, ότι η Ελλάδα απλώς δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποδεχθεί ό,τι της έδιναν ως πρόγραμμα και ως χρηματοδοτική στήριξη.

Μια περισσότερο επιστημονική τοποθέτηση δίνει ο οικονομολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης Μάικλ Γούντφορντ. Σύμφωνα με τον κ. Γούντφορντ, πολλά από τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια για τον υπολογισμό του πολλαπλασιαστή βασίζονται σε εμπειρικές μελέτες οι οποίες τον εμφανίζουν σε χαμηλά επίπεδα, κυρίως διότι οι σύγχρονες κεντρικές τράπεζες αντιδρούν αυτόματα στον οικονομικό κύκλο, αυξάνοντας ή μειώνοντας τα επιτόκια, ώστε να περιορίσουν τις επιπτώσεις του, σε μεγάλο βαθμό, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Τζον Μέιναρντ Κέινς.

Η έρευνά του δείχνει ότι ένας πολλαπλασιαστής αρκετά πάνω από το 1 είναι πιθανός όταν μια κεντρική τράπεζα δεν έχει περιθώρια να μειώσει περαιτέρω τα επιτόκια διότι αυτά βρίσκονται ήδη στο μηδέν. Την ίδια επίπτωση εκτιμά ότι θα μπορούσε να έχει στον πολλαπλασιαστή και η συμμετοχή μιας χώρας στην Ευρωζώνη: η Ελλάδα δεν μπορούσε να χαράξει τη δική της νομισματική πολιτική κατά τη διάρκεια της κρίσης, μειώνοντας όσο χρειαζόταν τα επιτόκια. Οταν του θέτουμε το επιχείρημα της ΕΚΤ ότι συνυπολόγιζε τις ανάγκες της Ελλάδας στις αποφάσεις της, συμφωνεί, αλλά τονίζει τη λέξη «συνυπολόγιζε». Η Ελλάδα «λαμβανόταν υπόψη, αλλά, ως μικρή οικονομία που είναι, δεν θα μπορούσε να ορίζει τη νομισματική πολιτική για ολόκληρη την Ευρωζώνη», δηλώνει στην «Κ».

Μεταξύ των Αμερικανών οικονομολόγων, μάλιστα, δεν λείπουν οι επικρίσεις προς την ΕΚΤ ότι, καθυστερώντας τα τεστ κοπώσεως και την ανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών, τους έδωσε τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε απομόχλευση και μείωση των θέσεών τους στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, επιτείνοντας την κρίση εμπιστοσύνης.

Πλήγμα από την αύξηση της φορολογίας

Η μείωση των θέσεων που είχαν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα ευρωπαϊκοί χρηματοπιστωτικοί όμιλοι δίνει τη δυνατότητα σε τραπεζίτες, όπως το μέλος της Bundesbank Αντρέας Ντόμπρετ, να δηλώνουν ευθαρσώς σε ομιλίες τους στις ΗΠΑ ότι η Ελλάδα «είναι απομονωμένη» και δεν επηρεάζει τις τράπεζες ή την οικονομία της Ευρωζώνης… ωσάν να μην είχαν οι γερμανικές τράπεζες θέσεις συνολικού ύψους 65,4 δισ. ευρώ στην Ελλάδα όταν η χώρα εισερχόταν στο πρόγραμμα του ΔΝΤ.

Η έρευνα του κ. Γούντφορντ υποδεικνύει ότι σε μια κλειστή οικονομία, με ανελαστικές τιμές και ανελαστικούς μισθούς, οι πολλαπλασιαστές τείνουν να είναι μεγαλύτεροι, κάτι που πάντως θα φανταζόταν κανείς ότι γνώριζε το ΔΝΤ. Αλλοι οικονομολόγοι τονίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις της λιτότητας στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, οι οποίες έπληξαν κατά τη διάρκεια του προγράμματος τις ελληνικές εξαγωγές, στερώντας από τη χώρα τη μοναδική εναλλακτική πηγή ανάπτυξης, αλλά και την εύκολη επιλογή της περικοπής δημοσίων επενδύσεων, που εκτιμούν ότι επιβαρύνουν τον πολλαπλασιαστή περισσότερο από τη μείωση των καταναλωτικών δαπανών, ενώ με τη σειρά της η φορολόγηση της μισθωτής εργασίας φέρεται να επιδεινώνει την ύφεση πολύ περισσότερο από τις περικοπές δαπανών.