ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυστηρή εποπτεία, αλλά και ευκαιρίες μετά το Μνημόνιο

Η νέα, αυστηρότατη εν μέσω διεθνούς δημοσιονομικής κρίσης, «αρχιτεκτονική» της Ε.Ε. εκτός από «ασφυκτικούς κανόνες» εμπεριέχει και ευκαιρίες «που δεν πρέπει να υποτιμηθούν», καθώς και «υπό εκκόλαψη δυνατότητες» τις οποίες «η χώρα δεν θα μπορεί να αξιοποιεί, αν αρνηθεί να ανταποκριθεί στους κανόνες και τις διαδικασίες της νέας οικονομικής διακυβέρνησης και αν, σε ακραία περίπτωση, αποφασίσει μονομερώς διακοπή της εξυπηρέτησης του χρέους».

Τη σαφή αυτή επισήμανση-προειδοποίηση καταγράφει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, σε έκθεσή του «για τους μηχανισμούς εποπτείας και αλληλεγγύης υπό όρους μετά το Μνημόνιο». Μία έκθεση η οποία ευθύς εξαρχής τονίζει πως «στηρίζεται στην παραδοχή ότι η Ελλάδα παραμένει στη Ζώνη του Ευρώ, ή ότι υπάρχει ευρεία πολιτική συναίνεση για να αποφευχθεί η επιστροφή στη δραχμή. Στους κινδύνους της εξόδου από τη Ζώνη του Ευρώ αναφέρθηκε συχνά ο πρωθυπουργός και, τελευταία, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε πρόσφατη ομιλία του στις ΗΠΑ».

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στην εν λόγω έκθεση τονίζεται πως η εποπτεία και ο έλεγχος θα υπάρχει ακόμα και χωρίς υπογραφή νέου Μνημονίου, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται –ως προς το ελληνικό μέλλον– ως κρίσιμη χρονική συγκυρία τα τέλη του προσεχούς Απριλίου, καθώς τότε «η Ελλάδα θα πρέπει να δημοσιοποιήσει το νέο Μεσοπρόθεσμο», με «τα μέτρα που θα διασφαλίσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία για την περίοδο μετά το τρέχον Μνημόνιο. Θα γίνουν τότε φανερές οι δεσμεύσεις της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο». Ενόψει τής, για προφανείς πολιτικούς λόγους, σημαντικής αναμέτρησης των ευρωεκλογών, η δημοσιοποίηση αυτή προσλαμβάνει αναμφισβήτητα επιπρόσθετη σημασία.

Σε κάθε περίπτωση, από την εν λόγω έκθεση προκύπτει ως κρίσιμο στοιχείο η ανάγκη να συνεχιστούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις «με τις αναγκαίες διορθώσεις», ένα μέτωπο στο οποίο επαναλαμβάνεται πως «η χώρα μας παρουσιάζει φανερή υστέρηση, παρά τα πρόσφατα βήματα προόδου».

Παράλληλα, τονίζεται ότι πρέπει ν’ αποφευχθεί «η υποτροπή σε μια πολιτική ελλειμμάτων και χρεών». Ως το ζήτημα του χρέους, στην έκθεση επισημαίνεται εκ νέου ότι δεν αρκούν εθνικές προσπάθειες για την επίτευξη του στόχου: «Η μείωση του τεράστιου χρέους με οποιονδήποτε τρόπο (π.χ. αμοιβαιοποίηση μέρους του κ.λπ.) και του βάρους εξυπηρέτησης του υπολοίπου (μείωση επιτοκίων κ.ά.) θα διευκόλυνε τη μελλοντική πορεία επιπλέον των διαφόρων αναπτυξιακών πρωτοβουλιών που δρομολογούνται στην Ε.Ε». Σε άλλο σημείο υπογραμμίζεται ότι εάν επιχειρηθεί η μείωση του χρέους αποκλειστικά και μόνο με εθνικές προσπάθειες, αυτό θα σημάνει «και στο μέλλον “τυφλή” λιτότητα που όμως θα επιδεινώσει την κρίση χωρίς να λύσει το πρόβλημα της υπερχρέωσης».

Τέλος, και αφού συνοπτικά περιγράφονται τα ήδη γνωστά χαρακτηριστικά του νέου ευρώ – «περιοριστικού πλαισίου» και επαναλαμβάνονται οι μεταρρυθμιστικές υποχρεώσεις στο εσωτερικό, το Γραφείο Προϋπολογισμού υποστηρίζει ότι «υπό προϋποθέσεις, μπορεί η πολιτική μας να βελτιωθεί».