ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γιατί είναι αναγκαία η ασφαλιστική μεταρρύθμιση

giati-einai-anagkaia-i-asfalistiki-metarrythmisi-561095701

Το ζήτημα της γήρανσης του πληθυσμού, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει σχεδόν το σύνολο των ανεπτυγμένων οικονομιών, καθιστά επιτακτική την ανάγκη μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος, σημειώνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο της δελτίο οικονομικών εξελίξεων. Από τα δημογραφικά δεδομένα συνεπάγεται ότι αν το σύστημα της χώρας παραμείνει καθαρά διανεμητικό, οι μελλοντικές γενεές θα έρθουν αντιμέτωπες με σημαντικές μειώσεις στις παροχές τους και συνέχιση των ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό, τονίζεται χαρακτηριστικά.

Η πανδημική κρίση επιδείνωσε τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών διεθνώς, εξέλιξη που αποδυναμώνει προσωρινά τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να υποστηρίξουν επαρκώς τα ασφαλιστικά τους συστήματα. Παράλληλα, καταγράφηκε απότομη αύξηση του ποσοστού της ανεργίας σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και στη χώρα μας, εξέλιξη που αναμένεται να έχει δυσμενή επίπτωση στην απασχόληση και επομένως στα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων. Τέλος, μία από τις πιο σημαντικές προκλήσεις για τα συνταξιοδοτικά ταμεία σε διεθνές επίπεδο είναι τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια που επικράτησαν τα τελευταία έτη, τα οποία αναμένεται να διατηρηθούν λόγω της τρέχουσας συγκυρίας και περιορίζουν τις ευκαιρίες για υψηλές αποδόσεις των υπό διαχείριση κεφαλαίων τους, αναφέρουν οι αναλυτές της Alpha Bank

Ως εκ των ανωτέρω, το ζήτημα της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος καθίσταται σήμερα εκ νέου επίκαιρο και επείγον. Ο εμπλουτισμός του τρέχοντος συστήματος με κεφαλαιοποιητικά στοιχεία δίδει την ευχέρεια αντιμετώπισης και επιμερισμού του δημογραφικού κινδύνου, ενώ εισάγει ισχυρά κίνητρα αποτροπής της αδήλωτης εργασίας. Σύμφωνα με τις πρόσφατες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, στο πλαίσιο του πολιτικο-οικονομικού «Thessaloniki HELEXPO Forum», αναμένεται η προώθηση μιας νέας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, στην οποία, σύμφωνα με τις εξαγγελίες, αιχμή του δόρατος θα είναι τα επικουρικά ταμεία.

Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο Εργασίας εξετάζει την αναδιαμόρφωση του δεύτερου πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης, μέσα από τη δημιουργία ενός συμπληρωματικού τμήματος στην επικουρική σύνταξη, το οποίο θα ενταχθεί σε ένα δημόσιο, υποχρεωτικό κεφαλαιοποιητικό σύστημα, ανεξάρτητο από τα υφιστάμενα επαγγελματικά ταμεία. Σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές που έχουν έως σήμερα δει το φως της δημοσιότητας, ο πρώτος πυλώνας θα παραμείνει διανεμητικός. Παράλληλα, προωθούνται παρεμβάσεις που αφορούν το θεσμικό πλαίσιο και τη φορολογική πολιτική των επαγγελματικών ταμείων. Η μετάβαση στο νέο σύστημα επικουρικών συντάξεων αφορά τους νεότερους εργαζόμενους, ενώ για τους παλαιότερους θα συνεχιστεί το ισχύον σύστημα. Επί της ουσίας, η νέα επικουρική σύνταξη θα είναι το αποτέλεσμα της κεφαλαιοποίησης των εισφορών μέσα από την προσωπική αποταμίευση και των εναλλακτικών επενδυτικών επιλογών που θα έχει ο εργαζόμενος, επιτηρούμενες από τον κατάλληλο δημόσιο φορέα.

Οι δημογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα 

Χαρακτηριστικές ως προς τις δημογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα είναι οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat) σε χρονικό ορίζοντα περίπου 45 ετών. Σύμφωνα με τις πληθυσμιακές προβολές, η διάμεση ηλικία για τον ελληνικό πληθυσμό θα αυξηθεί κατά 6,4 έτη μέχρι το 2065 σε σχέση με το 2019, φθάνοντας στα 51,3 έτη. Κατ’ αναλογία, ο λόγος εξάρτησης των άνω των 65 ετών προς τους εργαζόμενους ηλικίας 15-64 ετών, προβλέπεται ότι από 34,6 το 2019 θα αυξηθεί σημαντικά το 2065, φτάνοντας στο 60,5, με το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 στο σύνολο του πληθυσμού να φτάνει το 33,1%, από 22% το 2019. Οι προβλέψεις στηρίζονται στην υπόθεση ότι το προσδόκιμο ζωής θα αυξηθεί και το ποσοστό γεννητικότητας θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, κάνοντας επίσης τη δυσμενή πρόβλεψη για σημαντική μείωση του συνολικού πληθυσμού της χώρας.

Από τα δημογραφικά δεδομένα συνεπάγεται ότι αν το σύστημα της χώρας παραμείνει καθαρά διανεμητικό, οι μελλοντικές γενεές θα έρθουν αντιμέτωπες με σημαντικές μειώσεις στις παροχές τους και συνέχιση των ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό.

Το εντεινόμενο δημογραφικό πρόβλημα και η προηγούμενη οικονομική κρίση επέβαλαν τη συγκράτηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, η οποία κατέγραφε ανοδική πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ μέχρι και το 2012. Αξίζει να σημειωθεί ότι η χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού συστήματος την δεκαετία 2000-2009 καλύφθηκε με εξωτερικό δανεισμό και ως εκ τούτου αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες διόγκωσης του δημοσίου χρέους. Στη συνέχεια, παρά τις σημαντικές περικοπές στις συντάξεις

που σημειώθηκαν τη δεκαετία 2010-2019, οι συνολικές συνταξιοδοτικές δαπάνες συνέχισαν να αυξάνονται, εξαιτίας και της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι, στην Ελλάδα, η συνταξιοδοτική δαπάνη το 2017 αποτελούσε το 16,5% του ΑΕΠ της χώρας, από 10,9% το 2000, ποσοστό μεγαλύτερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, με το μέσο όρο της ΕΕ-27 να βρίσκεται στο 12,8%. Δεδομένου ότι, μετά την ένταξη της χώρας στα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, ο εξωτερικός δανεισμός δεν ήταν εφικτός, η χρηματοδότηση των αναγκών του ασφαλιστικού συστήματος πραγματοποιήθηκε μέσω της αυξημένης φορολογίας και της περικοπής δαπανών σε σημαντικούς τομείς, όπως οι δημόσιες επενδύσεις, με αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη.

Ωστόσο, παρά το μεγάλο ποσοστό της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως προς το ΑΕΠ, η κατά κεφαλήν συνταξιοδοτική δαπάνη στη χώρα βρισκόταν σε επίπεδα χαμηλότερα (€2.907 κατ’ άτομο) του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2017 (€3.486 κατ’ άτομο).