ΑΠΟΨΗ

Οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδας σε συνθήκες πανδημίας

Η επένδυση της Microsoft στην Ελλάδα, η οποία αναμένεται να συνεισφέρει 1 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου, αποτελεί φυσικό επακόλουθο της βελτίωσης της χώρας μας στην παγκόσμια κατάταξη του World Economic Forum σε θέματα «Διείσδυσης τεχνολογιών πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών». Φωτ. ΕΡΑ

Η Ευρωπαϊκή Ενωση εκτιμά ύφεση 9% για την Ελλάδα το 2020 και ανάπτυξη 6% το 2021. Για να ενισχυθεί άμεσα η αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, χρειάζονται άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό. Βάσει των στοιχείων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, οι άμεσες (σε απόθεμα) επενδύσεις από το εξωτερικό αντιστοιχούν στο χαμηλό 15,9% του ελληνικού ΑΕΠ εν σχέσει με το σχεδόν τετραπλάσιο 59,7%(!) του ΑΕΠ στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το πρώτο τρίμηνο του 2020 η εισροή άμεσων επενδύσεων από το εξωτερικό καταποντίστηκε, σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2019, κατά 43%(!) στην Ελλάδα, ενώ η αντίστοιχη μείωση για την Πορτογαλία ήταν 1% και για την Ιταλία 11%.

Η επένδυση της Microsoft στην Ελλάδα, η οποία αναμένεται να συνεισφέρει 1 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου, αποτελεί φυσικό επακόλουθο της βελτίωσης της χώρας μας στην παγκόσμια κατάταξη του World Economic Forum σε θέματα «Διείσδυσης τεχνολογιών πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών». Πράγματι, στη συγκεκριμένη κατηγορία η Ελλάδα αναρριχήθηκε, μεταξύ 141 χωρών, στην 52η θέση το 2019 από την 57η θέση το 2018. Ακόμα υψηλότερα βρέθηκε η χώρα μας στην κατηγορία «Ερευνα και ανάπτυξη», όπου καταλάβαμε την 37η θέση το 2019. Πρόκειται για έναν δυναμικό τομέα ο οποίος μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη λόγω της γενικής αβεβαιότητας που προκαλεί η πανδημία. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, θα μπορούσε να αξιοποιήσει το ιδιαιτέρως χαμηλό κόστος δανεισμού (περίπου 0,9% με 1% σε δεκαετές ορίζοντα) προκειμένου να προχωρήσει σε δημόσιες επενδύσεις. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) εκτιμά ότι για κάθε δημόσια επένδυση αξίας 1 εκατ. δολαρίων (0,85 εκατ. ευρώ) στην «Ερευνα και ανάπτυξη», δημιουργούνται 5 νέες θέσεις εργασίας.

Παρά τις ελπιδοφόρες εξελίξεις σε θέματα πληροφορικής, έρευνας και ανάπτυξης, η χώρα μας εξακολουθεί και αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα με οξύτερο αυτών το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ευρισκόμενα στο 35,3% του συνόλου των δανείων το πρώτο τρίμηνο του 2020, έχουν μειωθεί αισθητά σε σχέση με το 42,2% του συνόλου των δανείων το πρώτο τρίμηνο του 2019. Παραμένουν, όμως, πολύ υψηλότερα σε σχέση με το 3% στο σύνολο της Ευρωζώνης και αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω λόγω των συνεπειών της πανδημίας (μέχρι τώρα) αλλά και της πιθανότητας νέου lockdown. Δυστυχώς, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια εξακολουθούν και αποτελούν το «βαρίδι» της ελληνικής οικονομίας. Αυτό συμβαίνει επειδή τα συγκεκριμένα δάνεια περιορίζουν τις δυνατότητες των τραπεζών να χορηγήσουν νέα επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια και, κατά συνέπεια, υπονομεύουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας μας. Αναφέρουμε, χαρακτηριστικά, πρόσφατες μελέτες οι οποίες συμπεραίνουν ότι το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων «ψαλιδίζει» την οικονομική ανάπτυξη μέχρι και 2 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως σε χρονικό ορίζοντα πενταετίας, γεγονός το οποίο εξηγεί την επιδοκιμασία του ΔΝΤ στην πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη σύσταση εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (με στόχο την αντιμετώπιση των παραπάνω δανείων).

Οι αναπτυξιακές προσδοκίες της ελληνικής οικονομίας ενισχύονται από τα πρόσφατα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, τα οποία παρουσιάζουν μικρή βελτίωση του δείκτη «ποιότητας των θεσμών και κανονισμών» (regulatory quality) για την Ελλάδα. Ο εν λόγω δείκτης καταγράφει την ικανότητα του κράτους να δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις μέσω κυβερνητικών πολιτικών για την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Πράγματι, το 2019, και μεταξύ 214 χωρών, η Ελλάδα βελτιώθηκε στην 63η θέση σε σχέση με την 72η θέση που κατείχε το 2018.

Η ουσία της υπόθεσης είναι ότι η Ελλάδα ενισχύει, αλλά με αργά βήματα, τη διεθνή εικόνα της στα μάτια των επίδοξων επενδυτών. Παρά την επιτυχημένη αντιμετώπιση του πρώτου κύματος κορωνοϊού, η Ελλάδα καλείται να υπερβάλει εαυτόν και ως προς την αντιμετώπιση του δεύτερου κύματος. Κάτι τέτοιο θα ενισχύσει την εικόνα της χώρας μας ως ένα κράτος το οποίο αλλάζει προς το καλύτερο και μάλιστα σε καθεστώς δύσκολων εξωγενών παραγόντων.

Οσον αφορά τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, είναι εξαιρετικά κρίσιμο να κατανοήσουμε πως η πανδημία θα επιφέρει μόνιμες αλλαγές στον τρόπο ζωής μας. Οι τρέχουσες συνέπειες της πανδημίας είναι πρόδηλες σε όλες τις πτυχές της οικονομικής, και όχι μόνο, δραστηριότητας: στην παραγωγή, στην κατανάλωση, στην εργασία, στις κοινωνικές σχέσεις κ.λπ. Θα ήταν απλοϊκό να πιστέψουμε πως, μετά το πέρας της πανδημίας, τα πάντα θα επιστρέψουν στην προηγούμενή τους (πριν από ένα χρόνο) κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση θα ήταν ακόμα πιο λανθασμένη από εκείνη σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα, κατόπιν της κρίσης δημοσίου χρέους του 2012, θα μπορούσε να επιστρέψει στο παλιό οικονομικό μοντέλο (το οποίο οδήγησε στην κρίση!). Ως εκ τούτου, είναι πολύ σημαντικό η ελληνική οικονομία να αναδιαρθρωθεί και να στραφεί σε τομείς (όπως οι νέες τεχνολογίες) των οποίων η ζήτηση θα αυξηθεί ραγδαία στο μέλλον. Αν και η πανδημία είχε (και ακόμα έχει) καταστροφικές συνέπειες (σε ανθρώπινες ζωές κυρίως), θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ευκαιρία και το έναυσμα για διαρθρωτικές αλλαγές στη χώρα, μερικές από τις οποίες έχουν καθυστερήσει για δεκαετίες.

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool Management School.
** Ο κ. Μιχάλης Σταματογιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool Management School.