ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ

Στην εστίαση φοβούνται την περίοδο μετά το lockdown

stin-estiasi-fovoyntai-tin-periodo-meta-to-lockdown0

«Ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι ίσως με το τι θα βρεθούμε αντιμέτωποι όταν ανοίξουμε». Με αυτά τα λόγια περιγράφει την κατάσταση ο Πέτρος Κασιμάτης, ιδιοκτήτης του «Βαρνάβα Καφέ», ενός δημοφιλούς καφέ στην πλατεία Βαρνάβα, στο Παγκράτι. Ο λόγος; Οι συσσωρευμένες υποχρεώσεις που θα αρχίσουν να «τρέχουν» από τον Απρίλιο κι έπειτα, όπως ΦΠΑ, ασφαλιστικές εισφορές και στη συνέχεια οι δόσεις της επιστρεπτέας προκαταβολής, είναι αυτές που φαίνεται να τρομάζουν περισσότερο τους επιχειρηματίες της εστίασης. Και τότε είναι που δεν αποκλείουν να δούμε και πολλά «λουκέτα» στον κλάδο.

Ο φόβος της επόμενης ημέρας δεν επικρατεί μόνο στις μικρές επιχειρήσεις εστίασης, οι οποίες αποτελούν και τη συντριπτική πλειονότητα στην Ελλάδα. «Χρειαζόμαστε ένα πλάνο για όλο το διάστημα έως τον Απρίλιο από την κυβέρνηση, τότε που θα μπορούν να λειτουργήσουν οι εξωτερικοί χώροι και τότε που θα έχουν συσσωρευθεί και οι υποχρεώσεις. Γνωρίζουμε από τώρα ότι ακόμη και να υπάρξει σύντομα το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού, απαιτείται χρόνος για να ισορροπήσει η κατάσταση. Επομένως, πρέπει να υπάρξει σχεδιασμός. Και την άνοιξη όλοι μιλούσαν για δεύτερο κύμα της πανδημίας από το φθινόπωρο, κάτι που τελικά συνέβη», επισημαίνει μιλώντας στην «Κ» ο Γιώργος Μελισσάρης, ιδιοκτήτης 12 επιχειρήσεων εστίασης –μεταξύ αυτών το γνωστό εστιατόριο Nikkei σε Κολωνάκι (και Μύκονο) και το Pastis εντός του εμπορικού κέντρου Golden Hall– και αντιπρόεδρος του Σωματείου Επιχειρήσεων Εστίασης BAREC, το οποίο αριθμεί 350 επιχειρήσεις που απασχολούν 24.000 εργαζομένους.
Κι αυτό διότι οι αιφνιδιαστικές αποφάσεις που λαμβάνονται από την περασμένη άνοιξη μεγαλώνουν το κόστος για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο. «Το αιφνιδιαστικό κλείσιμο τον περασμένο Μάρτιο άφησε όλες τις επιχειρήσεις εκτεθειμένες, καθώς είχαμε προμηθευτεί τρόφιμα, ποτά και άλλα τα οποία δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν όλα μετά 2,5 μήνες που τα καταστήματα άνοιξαν εκ νέου. Σε ένα εστιατόριο, ενώ το κόστος για την προμήθεια τροφίμων είναι περίπου 30% σε μηνιαία βάση, τον πρώτο μήνα, όταν δηλαδή ανοίγεις ξανά, μπορεί να ανέλθει στο 50%-60% του συνολικού κόστους», εξηγεί ο κ. Μελισσάρης.

Το ζήτημα βεβαίως είναι ότι ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις εστίασης έμειναν ανοιχτές, στο διάστημα δηλαδή από τις 25 Μαΐου έως τις αρχές Νοεμβρίου, τα έσοδά τους ήταν εξαιρετικά μειωμένα, λόγω αφενός της μείωσης της ζήτησης και αφετέρου των περιοριστικών μέτρων που ίσχυαν τόσο στην πληρότητα όσο και στο ωράριο λειτουργίας. «Οι μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ των τραπεζιών, το όριο στον αριθμό των ατόμων ανά τραπέζι και στη συνέχεια το γεγονός ότι έπρεπε να κλείνουμε τα καταστήματα στις 12 το βράδυ, σε μια χώρα μάλιστα όπου οι περισσότεροι τρώνε μετά τις 9.30 μ.μ., είχε ως συνέπεια μια πτώση τζίρου, μόνο ως αποτέλεσμα της συμμόρφωσης με τα μέτρα, της τάξεως του 30%-50%», υποστηρίζει ο κ. Μελισσάρης.

Ανάλογη εμπειρία μεταφέρει μιλώντας στην «Κ» και η Χριστίνα Αχιλλιά, συνιδιοκτήτρια του καφέ «Σκάζη», επίσης στο Παγκράτι: «Το πεζοδρόμιο έξω από το κατάστημά μου χωράει 15 άτομα. Με τα μέτρα μπορούσαν να καθίσουν μόλις 7, ενώ στον εσωτερικό χώρο με την ανοιχτή τζαμαρία μπορούσαν να βρίσκονται συνολικά 18 άτομα και 2 άτομα προσωπικό, ενώ η άδεια του καταστήματος προβλέπει ως πληρότητα τα 40 άτομα. Το καλοκαίρι, βεβαίως, κανείς δεν ήθελε να καθίσει στον εσωτερικό χώρο ακόμη και με ανοιχτή την τζαμαρία».

Και μια άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρος: Η πελατεία στα εστιατόρια ηλικίας άνω των 40 ετών, η οποία ξόδευε και περισσότερα, μειώθηκε τους τελευταίους μήνες, προκαλώντας επίσης απώλειες στον τζίρο, καθώς οι τριαντάρηδες δαπανούν λιγότερα χρήματα στο φαγητό.

Αναζητούν αντίδοτο σε delivery και take-away

Δεν είναι λίγες εκείνες οι επιχειρήσεις που έχουν στραφεί στις δραστηριότητες του delivery και του take-away στον χώρο της εστίασης, δραστηριότητες εκ των ων ουκ άνευ για καταστήματα όπως τα ψητοπωλεία και οι αλυσίδες καφέ, αλλά άγνωστες μέχρι πρόσφατα για πολλές παραδοσιακές ταβέρνες, μεζεδοπωλεία και πολυτελή εστιατόρια. Οι πλατφόρμες λήψης παραγγελιών που διαθέτουν και δίκτυο διανομής, όπως είναι για παράδειγμα η efood και η Wolt, βοηθούν τους «νεοφώτιστους» στο delivery, καθώς δεν χρειάζεται να δημιουργήσουν από μόνοι τους σύστημα λήψης των παραγγελιών και διανομής αυτών στο σπίτι ή στο γραφείο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με όσα ανέφερε εκπρόσωπος της efood στην «Καθημερινή», μόνο τους τελευταίους μήνες έχουν προστεθεί στις συνεργαζόμενες με την πλατφόρμα επιχειρήσεις 1.000 εστιατόρια, ενώ συνολικά ο αριθμός των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων φτάνει τις 10.000 (συμπεριλαμβανομένων και επιχειρήσεων άλλων κλάδων, όπως σούπερ μάρκετ) σε 90 πόλεις.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η εταιρεία από πλατφόρμα λήψης παραγγελιών, που ήταν μέχρι πριν από λίγους μήνες, παρέχει πλέον και υπηρεσίες διανομής, με το δίκτυο των διανομέων της να αριθμεί 750 άτομα. Μάλιστα, η υπηρεσία διανομής έτοιμων γευμάτων και καφέ επεκτάθηκε πρόσφατα, πέραν της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, σε Λάρισα, Πάτρα, Βόλο και Ηράκλειο Κρήτης. Βεβαίως, το delivery και το take-away, ειδικά για τις επιχειρήσεις που δεν παρείχαν μέχρι πρόσφατα αυτές τις υπηρεσίες, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση το αντίδοτο στην αναστολή της υπόλοιπης δραστηριότητάς τους, στο γεγονός δηλαδή ότι δεν λειτουργούν οι σάλες τους.

Κατ’ αρχάς οι προμήθειες που λαμβάνουν οι πλατφόρμες είναι πολύ υψηλές και, σύμφωνα με τους επιχειρηματίες της εστίασης με τους οποίους μίλησε η «Κ», κυμαίνονται στο 20%-25% της απόδειξης με ΦΠΑ, ενώ στη συνέχεια επιβάλλεται και επιπλέον ΦΠΑ στο τιμολόγιο που κόβουν οι πλατφόρμες για παροχή υπηρεσιών προς τα συνεργαζόμενα εστιατόρια και καφέ.

Σε αρκετές δε περιπτώσεις ο χαρακτήρας των εστιατορίων είναι τέτοιος, που δεν επιτρέπει ουσιαστικά τη δραστηριότητα delivery. Για παράδειγμα, ο Γ. Μελισσάρης, που είναι ιδιοκτήτης 12 επιχειρήσεων του κλάδου, έχει ξεκινήσει δραστηριότητα delivery από τον Σεπτέμβριο μόνο για τη ροτισερί (εστιατόριο με ψητά κρέατα, γκουρμέ ψητοπωλείο) που διαθέτει στην περιοχή του Συντάγματος.

Ο κ. Κασιμάτης ξεκίνησε για μία εβδομάδα να παρέχει από το πρωί μέχρι το απόγευμα υπηρεσία take-away δουλεύοντας ο ίδιος στο κατάστημα και ακόμη ένα άτομο –συνολικά στο κατάστημά του απασχολούνται 15 εργαζόμενοι–, όμως τη σταμάτησε διότι, όπως εξηγεί ο ίδιος, ακόμη και αυτή η περιορισμένη δραστηριότητα ήταν ασύμφορη.

Από τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) προκύπτει ότι στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2020 ο τζίρος στην εστίαση, με βάση όσα δηλώνονται μόνο από τις επιχειρήσεις που έχουν υποχρέωση τήρησης διπλογραφικών βιβλίων και υποβάλλουν στοιχεία σε μηνιαία βάση, διαμορφώθηκε σε 511,9 εκατ. ευρώ έναντι 960,6 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2019, καταγράφοντας μείωση 46,7%.

Στο σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου υπηρεσιών εστίασης, για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία σε τριμηνιαία βάση, ο κύκλος εργασιών το δεύτερο τρίμηνο του 2020 ανήλθε σε 592.729.473 ευρώ, σημειώνοντας μείωση 59% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο 2019.

Σύμφωνα με τα στοιχεία από το σύστημα «Εργάνη», ο αριθμός των εργαζομένων με σχέση μισθωτής εργασίας στον κλάδο της εστίασης το 2019 ήταν 225.089 άτομα. Ωστόσο, η ουσιαστική απασχόληση στον κλάδο είναι πολύ μεγαλύτερη, καθώς εκτιμάται ότι εργάζονται περί τις 300.000 άτομα ως συμβοηθούντα μέλη (μέλη της οικογένειας), ενώ υπάρχει ένα ποσοστό (στοιχεία 2018) αδήλωτης εργασίας στην εστίαση της τάξης του 7,2%.

stin-estiasi-fovoyntai-tin-periodo-meta-to-lockdown0
Αναμένεται η έγκριση από την Κομισιόν προγράμματος προϋπολογισμού 
60 εκατ. ευρώ μέσω του οποίου θα επιδοτούνται οι επιχειρήσεις εστίασης για την αγορά θερμαντικών σωμάτων.

Πρόγραμμα μη επιστρεπτέας ενίσχυσης ζητούν οι επιχειρηματίες 

«Μαζί με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά». Αυτή είναι η αντίληψη που επικρατεί ευρέως στους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της εστίασης, καθώς θεωρούν ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα τήρησαν τα μέτρα περιορισμού της διασποράς του κορωνοϊού και πληρώνουν αδιακρίτως το γεγονός ότι έγιναν πάρτι με πολύ κόσμο σε κάποια κλαμπ. Δεν κρύβουν, μάλιστα, τη δυσαρέσκειά τους για τον τρόπο που γίνονταν οι έλεγχοι το προηγούμενο διάστημα, αλλά και για τα μέτρα στήριξης που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση.

«Μέσα σε ένα βράδυ, μία εβδομάδα πριν από το νέο lockdown, δεχθήκαμε τρεις ελέγχους ταυτόχρονα από διαφορετικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, ενώ γύρω γύρω στην πλατεία υπήρχαν αστυνομικοί με πολιτικά. Αρκετοί πελάτες αισθάνθηκαν άσχημα και άρχισαν να φεύγουν από το κατάστημα, ειδικά καθώς οι ελεγκτικές αρχές συνοδεύονταν και από τηλεοπτικά συνεργεία», επισημαίνει η κυρία Αχιλλιά. «Οι έλεγχοι μερικές φορές είναι τέτοιοι που νιώθουμε σαν να είμαστε εγκληματίες», υποστηρίζει από την πλευρά του και ο κ. Μελισσάρης.

Ο ίδιος, σε ό,τι αφορά τα μέτρα στήριξης, λέει χαρακτηριστικά: «Η διάθεση υπάρχει από την κυβέρνηση, αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να νιώσουμε εμείς οι επιχειρηματίες ότι η κυβέρνηση είναι πράγματι κοντά μας, ότι μας σέβεται και ότι δεν μας βλέπει απλώς ως ένα μέσο για να κινηθεί η αγορά. Θα βγούμε από την κρίση διπλά χρεωμένοι».

Το μέτρο που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη κριτική από τους επιχειρηματίες της εστίασης είναι αυτό της επιστρεπτέας προκαταβολής, καθώς, όπως επισημαίνουν, πρόκειται για δάνειο το οποίο θα κληθούν να αποπληρώσουν, ενώ οι επιχειρήσεις τους έχουν κλείσει με κρατική εντολή. Φέρνουν δε το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Γερμανία και το Βέλγιο, χώρες όπου δόθηκαν επιδοτήσεις από τις κυβερνήσεις στις επιχειρήσεις του κλάδου εστίασης και μάλιστα εντός ολίγων ημερών από την εντολή για αναστολή της δραστηριότητάς τους.

Ας σημειωθεί εδώ ότι την Παρασκευή ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων Αδωνις Γεωργιάδης, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση σχετικά με τη δημιουργία προγράμματος μη επιστρεπτέας ενίσχυσης στις επιχειρήσεις εστίασης με πόρους από το ΕΣΠΑ, ουσιαστικά απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό. Ανέφερε, ωστόσο, ότι αναμένεται η έγκριση από την Κομισιόν προγράμματος προϋπολογισμού 60 εκατ. ευρώ μέσω του οποίου θα επιδοτούνται οι επιχειρήσεις εστίασης για την αγορά θερμαντικών σωμάτων, έτσι ώστε να μπορούν οι πελάτες να κάθονται και στους εξωτερικούς χώρους τους χειμερινούς μήνες, επιδότηση η οποία θα καλύψει και τις αγορές που έχουν γίνει ήδη από τον Φεβρουάριο του 2020.

Εντονος, επίσης, είναι ο προβληματισμός του κλάδου για το θέμα των ενοικίων. «Μπορεί να καταβάλλουμε το 60%, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τρέχει το ενοίκιο, ενώ οι επιχειρήσεις μας έχουν μηδενικά έσοδα. Υπάρχουν ιδιοκτήτες ακινήτων στα οποία στεγάζονται εστιατόρια και καφέ που έχουν αρχίσει να γκρινιάζουν και προειδοποιούν, όπως μαθαίνω από συναδέλφους μου, με αυξήσεις των ενοικίων είτε ακόμη και με μη ανανέωση των συμβάσεων μίσθωσης όταν αυτές λήξουν. Υπάρχουν, βεβαίως, πολλοί που κατανοούν την κατάσταση», αναφέρει ο κ. Κασιμάτης. Ο Κύκλος Επαγγελματιών Εστίασης, σωματείο που αριθμεί σήμερα 2.000 μέλη, μεταξύ αυτών και ο κ. Κασιμάτης, ζητεί την επιδότηση των ενοικίων και την απαγόρευση των εξώσεων, ενώ σε ανάλογο μήκος κύματος κινούνται τα αιτήματα συνολικά του κλάδου.

Λίγος καιρός έχει περάσει, άλλωστε, από την απόφαση της αλυσίδας «Βενέτης» να βάλει λουκέτο σε πέντε καταστήματά της λόγω άρνησης των ιδιοκτητών των ακινήτων όπου αυτά στεγάζονταν να προχωρήσουν σε μείωση των ενοικίων.