ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιδότηση δανείων μόνο για βιώσιμες επιχειρήσεις

Μπαίνουν «κόφτες» για να φτάνει το χρήμα του κράτους σε αυτόν που έχει ανάγκη και όχι σε αυτόν που θα το αποταμιεύσει

epidotisi-daneion-mono-gia-viosimes-epicheiriseis-561268384

Με ολοένα και περισσότερες προϋποθέσεις και «κόφτες» θα εμπλουτίζονται από εδώ και στο εξής τα μέτρα στήριξης που θα εφαρμοστούν, σε μια προσπάθεια όλοι οι διαθέσιμοι πόροι να διοχετευτούν στοχευμένα στους επαγγελματίες, στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά που θα έχουν υποστεί πιο έντονα τις συνέπειες της κρίσης. 

Η επιδότηση των παγίων δαπανών θα αφορά τις επιχειρήσεις που θα έχουν φορτωθεί ζημίες μέσα στην πανδημία, οι οποίες μάλιστα θα συνδυάζονται με σημαντική μείωση τζίρου. Το δικαίωμα στις αναστολές συμβάσεων εργασίας –άρα ανάληψης από το κράτος του μισθολογικού κόστους– ήδη αναγνωρίζεται σε κλάδους που έχουν σημαντική μείωση εσόδων, ενώ σταδιακά τα κριτήρια θα «σφίξουν» ώστε η διερεύνηση να γίνεται σε επίπεδο επιχείρησης: δικαίωμα δηλαδή αναστολής συμβάσεων εργασίας θα έχουν επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα έχουν σημαντική μείωση εσόδων και όχι επιχειρήσεις που έχουν συγκεκριμένο ΚΑΔ πληττόμενου.

Η επιδότηση των επιχειρηματικών δανείων μέσω του προγράμματος «Γέφυρα 2» θα προϋποθέτει ότι για να καταστεί κάποιος δικαιούχος θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι είναι πληττόμενος αλλά και βιώσιμος –κάτι που σημαίνει ότι θα εξαιρούνται όσοι είχαν εγκαταλείψει την προσπάθεια εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους πριν ξεσπάσει η πανδημία–, ενώ παρεμβάσεις ώστε να φτάσει περισσότερο χρήμα στα ταμεία των επιχειρήσεων που παραμένουν κλειστές επί μακρόν θα γίνουν και στην επόμενη φάση της επιστρεπτέας προκαταβολής.

Η θέσπιση των αυστηρών κριτηρίων και η απόφαση να μην καταφύγουμε και φέτος σε γενικές παροχές αντίστοιχες με αυτές που δόθηκαν πέρυσι εξυπηρετεί και δημοσιονομικούς στόχους –να συγκρατηθεί η αύξηση του ελλείμματος το οποίο προβλέπεται ήδη ότι θα κλείσει σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με πέρυσι– αλλά και λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης: να φτάνει το χρήμα της κρατικής βοήθειας σε αυτόν που έχει ανάγκη και όχι σε αυτόν που θα το αποταμιεύσει. Με βάση αυτή την επιλογή, δρομολογούνται τα εξής:

1. Οι αναστολές των συμβάσεων εργασίας θα συνεχιστούν και τον Μάρτιο, όπως προανήγγειλε την Παρασκευή ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Ωστόσο θα επιδιωχθεί να μειωθεί ο αριθμός με καλύτερη «στόχευση» των κλάδων ή αργότερα και των επιχειρήσεων που θα μπορούν να κάνουν χρήση του μέτρου. Ηδη με την αλλαγή που έγινε –θα πρέπει οι αναστολές να προαναγγέλλονται από τους εργοδότες και όχι να δηλώνονται εκ των υστέρων– εκτιμάται ότι θα υπάρξει συγκράτηση των αναστολών με την απομόνωση κάποιων επιτήδειων που δηλώνουν εργαζομένους σε αναστολή αλλά συνεχίζουν να τους απασχολούν κανονικά χωρίς μισθό και με αμοιβή μόνο τα 534 ευρώ της έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης. Η λήψη πρόσθετων περιοριστικών μέτρων προφανώς δεν επιτρέπει τον περιορισμό των αναστολών συμβάσεων εργασίας, που έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο δαπανηρά μέτρα από δημοσιονομικής άποψης. Κάθε μήνα, η επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού για τους περίπου 650.000-700.000 εργαζομένους σε αναστολή ανέρχεται στα 650-700 εκατ. ευρώ, καθώς πέραν του ποσού που εισπράττουν οι εργαζόμενοι προστίθεται και το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλεται στα ταμεία. Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε σταδιακά να μειώνονται οι αναστολές και το μέτρο να παραμείνει ενεργό μόνο για συγκεκριμένες επιχειρήσεις που θα εξακολουθήσουν να πλήττονται από τα περιοριστικά μέτρα.

2. Στην 6η φάση της επιστρεπτέας προκαταβολής, ο προϋπολογισμός θα περιοριστεί περίπου στα 800-900 εκατ. Πιθανή περαιτέρω αύξηση θα «χρηματοδοτηθεί» και με τους πόρους που… περίσσεψαν από την 5η φάση, καθώς αυτή δεν θα «πιάσει» τελικώς τον προϋπολογισμό του 1,5 δισ. ευρώ. Το οικονομικό επιτελείο κρατάει κλειστά χαρτιά για τους όρους και τις προϋποθέσεις της 6ης φάσης, ωστόσο θα επιδιωχθεί να υπάρξει ειδική μέριμνα για τις επιχειρήσεις που παραμένουν κλειστές για μακρύ χρονικό διάστημα (εστίαση, πολιτισμός, ψυχαγωγία, αθλητισμός). Η λήψη πρόσθετων περιορισμών για το λιανεμπόριο δημιουργεί νέο «πονοκέφαλο» στο οικονομικό επιτελείο, καθώς διευρύνει τις συνολικές απώλειες τζίρου που θα καταγραφούν μέσα στο πρώτο δίμηνο της φετινής χρονιάς. Το διάστημα Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου αναμένεται να αποτελέσει και την περίοδο αναφοράς για την 6η φάση της επιστρεπτέας.

3. Το πρόγραμμα «Γέφυρα 2» αναμένεται ότι θα έχει προϋπολογισμό της τάξεως των 300-400 εκατ. ευρώ, αλλά οι όροι βάσει των οποίων θα επιδοτούνται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, προκειμένου να αποπληρώσουν τα επιχειρηματικά τους δάνεια επί 9 μήνες, θα είναι αυστηροί: οι επαγγελματίες θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι έχουν πληγεί από την πανδημία, ενώ θα αποκλείονται από την επιδότηση όσες επιχειρήσεις δεν παρουσίαζαν εικόνα βιωσιμότητας πριν ξεσπάσει η πανδημία. Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη, θα αναζητούνται και τα στοιχεία για τα υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών, καθώς θα ζητείται άρση τραπεζικού απορρήτου.

4. Το πρόγραμμα της επιδότησης των παγίων δαπανών θα είναι το τελευταίο που θα τεθεί σε εφαρμογή σε αυτή τη φάση, καθώς με αυτό θα επιδιωχθεί να καλυφθούν όσοι δεν μπόρεσαν να χρηματοδοτηθούν επαρκώς από τις επιστρεπτέες προκαταβολές. Για τη σωστή εφαρμογή, θα ζητηθεί από τις εταιρείες να κάνουν μια πρώτη αποτύπωση όλων των οικονομικών μεγεθών του 2020 πριν ξεκινήσει η διαδικασία υποβολής των φορολογικών δηλώσεων. Δεδομένου ότι θα μπορούν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα μόνο ζημιογόνες εταιρείες με σημαντική μείωση εσόδων (της τάξεως του 30%), οι ενδιαφερόμενοι θα κληθούν να καταγράψουν αναλυτικά όλα τα στοιχεία των δαπανών και όχι μόνο τις πάγιες δαπάνες. Για τον υπολογισμό της οικονομικής ενίσχυσης θα συνυπολογίζονται όλα τα χρήματα που έχουν (ή θα έχουν) αποδοθεί στις επιχειρήσεις μέχρι την ενεργοποίηση του μέτρου. Η ενίσχυση θα υπολογίζεται ως ποσοστό επί των παγίων δαπανών που δεν θα έχουν καλυφθεί από άλλα μέτρα στήριξης. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό θα γνωστοποιηθεί αφού ολοκληρωθεί η υποβολή των δηλώσεων με τα στοιχεία, καθώς θα πρέπει να προσαρμοστεί με βάση τον διαθέσιμο προϋπολογισμό του μέτρου, ο οποίος θα κινείται στην περιοχή των 400-500 εκατ. ευρώ. Επίσης, ο συντελεστής επιδότησης μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα και με την έκταση των ζημιών που έχει επωμιστεί κάθε επιχείρηση.

«Πονοκέφαλος» η στήριξη της εστίασης

Σε μεγάλο «πονοκέφαλο» εξελίσσεται για την κυβέρνηση και το οικονομικό επιτελείο η στήριξη της εστίασης, ενός κλάδου εντάσεως εργασίας –κάτι που σημαίνει ότι διακυβεύονται δεκάδες χιλιάδες θέσεις απασχόλησης– με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αλλά και έντονη διαφοροποίηση στο εσωτερικό του όσον αφορά τη ζημία που έχει υποστεί η κάθε επιχείρηση από το παρατεταμένο «λουκέτο». Την Παρασκευή, ο πρωθυπουργός εξήγγειλε την παράταση του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ για τον σερβιριζόμενο καφέ μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου, μέτρο που «αγγίζει» κατά κύριο λόγο τις καφετέριες. Αναφέρθηκε στην παράταση του μέτρου της αναστολής των συμβάσεων εργασίας αλλά και στην κάλυψη των παγίων δαπανών, μέτρο που όμως θα ισχύσει για όλες τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως κλάδου. Επίσης, κατέστη σαφές ότι θα υπάρχει ενίσχυση της εστίασης στο πλαίσιο της 6ης επιστρεπτέας προκαταβολής, ενώ ο υπουργός Ανάπτυξης δήλωσε για μία ακόμη φορά ότι επιδιώκεται να υπάρξει ένας νέος γύρος χρηματοδότησης μέσω ΕΣΠΑ, προφανώς για να προχωρήσουν επενδύσεις.

Τα στοιχεία που παρουσίασε το υπουργείο Οικονομικών δείχνουν ότι η εστίαση έχει λάβει από την επιστρεπτέα προκαταβολή ποσό ύψους 1,9 δισ. ευρώ, το οποίο εμφανίζεται να καλύπτει την «ονομαστική» μείωση τζίρου που έχει καταγραφεί μέσα στο 2020 (η μείωση αυτή φαίνεται από τις δηλώσεις ΦΠΑ να ανέρχεται περίπου στα 2-2,2 δισ. ευρώ και να φτάνει στο ποσοστό του 35%). Ενώ όμως στα χαρτιά οι επιχειρήσεις του κλάδου φαίνονται να έχουν καλύψει τις απώλειες μέσω της επιστρεπτέας προκαταβολής, η πραγματικότητα για χιλιάδες επιχειρήσεις του κλάδου είναι εντελώς διαφορετική. Στην εστίαση είναι έντονο το χαρακτηριστικό της απόκρυψης εσόδων. Οταν οι επιχειρηματίες μιλούν για απώλειες εσόδων, δεν έχουν στο μυαλό τους μόνο τα ποσά που έχουν καταγραφεί στις ταμειακές μηχανές αλλά και τον τζίρο που δεν αποτυπώνεται στις φορολογικές δηλώσεις. Από την άλλη, το κράτος ενισχύει με βάση τα δηλωμένα στοιχεία και εκεί δημιουργείται η διαφορά όσον αφορά την προσέγγιση της κάθε πλευράς για το πόσο επαρκής ή όχι είναι η οικονομική στήριξη που παρέχεται. Από την άλλη, και εντός των κόλπων της εστίασης, υπάρχουν παραδείγματα τεράστιας καταστροφής με μηδενικό τζίρο επί σειρά μηνών αλλά και βιώσιμης λειτουργίας μέσω του delivery (επίσης υποδηλωμένου σε αρκετές περιπτώσεις), γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολο τον σχηματισμό ξεκάθαρης εικόνας.

Η δύσκολη εξίσωση της χρηματοδότησης, ο ρόλος του ΟΔΔΗΧ και τα ταμειακά διαθέσιμα

Θα χρειαστεί να διατεθούν περισσότεροι πόροι μέσα στο 2021 για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τη στιγμή που από το πρώτο δίμηνο της φετινής χρονιάς έχει σχεδόν αποφασιστεί το πώς θα χρησιμοποιηθούν οι διαθέσιμοι πόροι των 7,5 δισ. ευρώ; Και αν ναι, πώς θα χρηματοδοτηθούν αυτά τα πρόσθετα μέτρα στήριξης; Είναι η πιο δύσκολη εξίσωση που θα χρειαστεί να λυθεί φέτος, καθώς οι μεταβλητές και οι αστάθμητοι παράγοντες είναι πολλοί. Τα δεδομένα έχουν ως εξής: 

Στα 7,5 δισ. ευρώ που έχουν ενσωματωθεί στον κρατικό προϋπολογισμό για χρηματοδότηση των φετινών μέτρων στήριξης μπορεί να προστεθεί και το 1,6 δισ. ευρώ του προγράμματος REACT-EU, που στην πραγματικότητα είναι κοινοτικοί πόροι. Μάλιστα το κονδύλι του REACT-EU έχει ήδη «δεσμευτεί» για να χρηματοδοτηθεί η 5η και η 6η φάση της επιστρεπτέας προκαταβολής. Από το 1,5 δισ. ευρώ της 5ης επιστρεπτέας, το 1,1 δισ. ευρώ θα καλυφθεί μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος και το υπόλοιπο (που δεν θα αξιοποιηθεί στο σύνολό του) μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Αντίστοιχη συνταγή θα χρησιμοποιηθεί και για την 6η φάση της επιστρεπτέας προκαταβολής, με την οποία ουσιαστικά θα εξαντληθεί το κονδύλι του REACT-EU. Αλλη μια πηγή χρηματοδότησης είναι οι πόροι του ΕΣΠΑ. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ (ενδεχομένως και περισσότερα) μπορεί να διοχετευτεί σε μέτρα στήριξης που έχει ήδη αποφασιστεί να προχωρήσουν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, οι αναστολές των συμβάσεων εργασίας και οι επιδοτήσεις μέσω του προγράμματος «Συν-Εργασία», αλλά και –κυρίως– οι πόροι για το πρόγραμμα «Γέφυρα 2», με τους οποίους θα επιδοτηθούν τα επιχειρηματικά δάνεια μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ετσι, χωρίς να χρειαστεί να υπάρξει αλλαγή στον κρατικό προϋπολογισμό, τα μέτρα στήριξης μπορούν να φτάσουν φέτος στα 10-11 δισ. ευρώ. Περαιτέρω αύξηση, όμως, προϋποθέτει και την εξεύρεση των αντίστοιχων πηγών 
χρηματοδότησης.

Στο επίπεδο του «ταμείου» και της χρηματοδότησης των όποιων αναγκών του κράτους, πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, ο οποίος παρακολουθεί αφενός την πορεία των ταμειακών διαθεσίμων της χώρας και αφετέρου την εξέλιξη του χρέους της γενικής κυβέρνησης. Το ετήσιο πλάνο του ΟΔΔΗΧ για φέτος προβλέπει ότι:

1. Θα χρειαστεί να καλύψει πρωτογενές έλλειμμα 8,2 δισ. ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από την πρόβλεψη της κυβέρνησης για την εξέλιξη του πρωτογενούς ελλείμματος, η οποία κάνει λόγο για ένα ποσό της τάξεως των 6,5-7 δισ. ευρώ.

2. Το χρέος θα αυξηθεί φέτος κατά 5,8 δισ. ευρώ παρά το γεγονός ότι θα διατεθεί κονδύλι της τάξεως των 3,8 δισ. ευρώ για την πρόωρη αποπληρωμή οφειλών (π.χ. η πρόωρη αποπληρωμή του ΔΝΤ). Η αύξηση αυτή θα είναι το αποτέλεσμα της έκδοσης νέων ομολόγων μέσα στη χρονιά, συνολικού ύψους 12 δισ. ευρώ.

3. Τα ταμειακά διαθέσιμα θα μειωθούν φέτος κατά 6,2 δισ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι.

Αυτά τα τρία οικονομικά μεγέθη δείχνουν σε μεγάλο βαθμό και τα περιθώρια εξεύρεσης πιθανών νέων πηγών χρηματοδότησης για μέτρα στήριξης. Το ότι ο ΟΔΔΗΧ έχει προϋπολογίσει μεγαλύτερο έλλειμμα σημαίνει ότι υπάρχει ένα περιθώριο να «φουσκώσει» το πρωτογενές έλλειμμα (είτε γιατί τα έσοδα δεν θα πάνε καλά είτε γιατί θα αυξηθούν οι δαπάνες για νέα μέτρα) χωρίς να αλλάξει ο προγραμματισμός. Από την άλλη, αν αναβληθούν πρόωρες αποπληρωμές χρέους (π.χ. μείωση της έκθεσης στα έντοκα γραμμάτια) προκύπτει άλλη μια πιθανή πηγή χρηματοδότησης νέων μέτρων. 
Οι τελευταίες επιλογές έχουν να κάνουν με την πιθανή αύξηση του χρέους της γενικής κυβέρνησης πάνω από τα 344-345 δισ. ευρώ ή της μείωσης των ταμειακών διαθεσίμων στην περιοχή των 24-25 δισ. ευρώ, από τα επίπεδα των 34 δισ. ευρώ που είναι σήμερα.