ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Παλεύουμε κάθε μέρα για να κρατηθούμε όρθιοι»

Επτά μικρομεσαίοι επιχειρηματίες μιλούν στην «Κ» για τις πρωτόγνωρες συνθήκες που αντιμετωπίζουν εξαιτίας της πανδημίας

«Παλεύουμε κάθε μέρα για να κρατηθούμε όρθιοι»

Με την πανδημία να έχει μετατραπεί σε κρίση διαρκείας, οδηγώντας, όταν κι εφόσον κρίνεται αναγκαίο, στην επιβολή αυστηρότερων μέτρων περιορισμού, όπως αυτά που ανακοινώθηκαν προχθές Παρασκευή, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες της χώρας έχουν εξαντλήσει σχεδόν κάθε απόθεμα εφευρετικότητας ως προς την αντιμετώπιση μιας άνευ προηγουμένου κατάστασης. 

Εάν δηλαδή δεν πρέπει να κατεβάσουν ρολά, ως κίνηση αναγκαία για τον περιορισμό της διασποράς του ιού, είναι υποχρεωμένοι να υπολειτουργούν και να παραδίδουν τα εμπορεύματα εκτός καταστήματος ή να περιορίζουν τον αριθμό των πελατών τους με βάση τα τετραγωνικά μέτρα της επιχείρησής τους. Τα μέτρα στήριξης, όπως η επιστρεπτέα προκαταβολή ή η μη υποχρέωση καταβολής ενοικίου για το διάστημα που μια εμπορική επιχείρηση παραμένει κλειστή, συμβάλλουν στην ελάφρυνση ορισμένων από τα βάρη των «μικρών» του λιανεμπορίου. 

Οπως όμως αναφέρουν στην «Κ» ιδιοκτήτες καταστημάτων σε όλη την Ελλάδα, οι πρωτοβουλίες αυτές δεν επαρκούν για να ικανοποιηθούν τα πάγια έξοδα και κυρίως οι υποχρεώσεις που έχουν συσσωρευτεί από παρελθόντα έτη. Κι αυτό δεδομένου ότι έχει διαταραχθεί ο κύκλος ζωής των επιχειρήσεων, οι οποίες απαιτείται να τροποποιούν το μοντέλο λειτουργίας τους βάσει των επικρατούντων υγειονομικών δεδομένων. Ωστόσο, οι παράπλευρες αυτές απώλειες δεν προκαλούν για το σύνολο των λιανεμπόρων τις ίδιες επιπτώσεις. Οσοι δηλαδή έχουν καταφέρει να επιδείξουν προσαρμοστικότητα, να υιοθετήσουν νέα «κανάλια» επικοινωνίας με τους πελάτες τους και να αντιμετωπίσουν την υγειονομική κρίση ως «χρυσή» ευκαιρία για αλλαγή, έχουν πετύχει να απορροφήσουν ένα σημαντικό μέρος των κραδασμών της κρίσης που διαθέτει μακρινή ημερομηνία λήξης. Η υιοθέτηση, βέβαια, στρατηγικής προσαρμογής στα νέα δεδομένα ευνοεί περισσότερο τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα δεν εξαρτάται τόσο από την ύπαρξη εμπορεύματος που εάν παραμείνει «στο ράφι» προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό πλήγμα. Πώς, όμως, αντιμετωπίζουν τις πρωτοφανείς συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί επτά εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου;

Θοδωρής Βασιλόπουλος, επικεφαλής των βιβλιοπωλείων «Ευριπίδης»
Οι βιβλιόφιλοι θέλουν χρόνο μέσα στα βιβλιοπωλεία

Ενα από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» των μέτρων για τον περιορισμό της πανδημίας αποτελεί ίσως το γεγονός ότι λαμβάνονται χωρίς να δίνεται το απαραίτητο χρονικό περιθώριο συμμόρφωσης στις επιχειρήσεις. Κοινό παρονομαστή, βέβαια, αποτελεί το ότι οι εμπορικές επιχειρήσεις έχουν καταρτίσει το σχέδιο επιχειρηματικής ανάπτυξής τους βάσει οικονομικών δεδομένων και παραδοχών πριν από την πανδημία.

Το σύστημα click away είναι δύσκολο να εφαρμοστεί στον κλάδο του βιβλίου, όπου οι βιβλιόφιλοι επιθυμούν να έχουν χρόνο προκειμένου να περιηγηθούν στο βιβλιοπωλείο, ενώ η αγοραστική κίνηση είναι στις περισσότερες περιπτώσεις παρορμητική. Ο παραδοσιακός πελάτης μας, δηλαδή, επισκέπτεται το βιβλιοπωλείο για λόγους αναψυχής, ενημέρωσης κ.λπ.

Υπό το πρίσμα αυτό, γίνεται ίσως αντιληπτό γιατί είναι δύσκολη η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος τηλεφωνικής εξυπηρέτησης, σε σύγκριση, για παράδειγμα, με τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται αμιγώς στον τομέα παροχής υπηρεσιών. Κατά τον περασμένο Δεκέμβριο τα καταστήματά μας αποτέλεσαν από τους λιγοστούς προορισμούς για αγορά δώρων, ενώ μέσω του e-shop προέρχεται σημαντικός όγκος της κίνησης.
Ωστόσο, ο αγώνας για εξασφάλιση ρευστότητας είναι διαρκής. Επίσης, λόγω της πανδημίας και των συχνών αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας των καταστημάτων, ανακύπτουν συχνά έκτακτα ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση του προσωπικού, με αποτέλεσμα η δραστηριότητά μας να καθίσταται ακόμη πιο δύσκολη.

Χριστίνα Κορδά, ιδιοκτήτρια του εστιατορίου «Οινέας» στην Αθήνα
Συντηρούμε τα χρέη μας μέσω των επιστρεπτέων

Στο πρώτο lockdown τρέφαμε την ελπίδα ότι η πανδημία, παρότι φαινόταν πως θα έχει βάθος και διάρκεια, θα τεθεί υπό έλεγχο και θα ξεπεράσουμε τη δύσκολη αυτή κατάσταση. Εντέλει η προσδοκία αυτή ανετράπη, ενώ όσοι δραστηριοποιούμαστε στην εστίαση βιώνουμε σε πρώτο βαθμό τις επιπτώσεις, καθώς οι επιχειρήσεις μας έχουν παραμείνει κλειστές για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα; Συντηρούμε τα χρέη μας μέσω των επιστρεπτέων προκαταβολών, ενόσω νέες και παλαιές υποχρεώσεις από ασφαλιστικά ταμεία, φόρο εισοδήματος και επιχειρήσεις κοινής ωφελείας συσσωρεύονται.

Εχουμε θέσει το προσωπικό μας σε αναστολή και πλέον εκτιμούμε ότι η επαναλειτουργία των επιχειρήσεών μας θα αποτελέσει μακρινή υπόθεση, καθώς τα επιδημιολογικά δεδομένα δεν επιτρέπουν το αντίθετο. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι ο κλάδος της εστίασης θα απολέσει την κίνηση που παραδοσιακά υπάρχει στις επικείμενες εορταστικές περιόδους, όπως οι Απόκριες.

Αυτό που είναι βέβαιο, πάντως, είναι ότι η επανεκκίνηση θα απαιτήσει την εξασφάλιση κεφαλαίων, τη στιγμή που θα κληθούμε να επιστρέψουμε τα ποσά που έχουμε λάβει από τις επιστρεπτέες προκαταβολές.

Επομένως, κατά την επόμενη μέρα, όποτε κι αν αυτή έρθει, θα απαιτηθούν φρέσκα επιχειρηματικά κεφάλαια, ενώ ενδεχομένως η μείωση του ύψους των ενοικίων και η ρύθμιση των ασφαλιστικών οφειλών ίσως να αποτελούσαν ορισμένα αναγκαία μέτρα για να διευκολυνθεί η επαναλειτουργία των επιχειρήσεων.

Νίκος Κογιουμτσής, ιδιοκτήτης καταστήματος στην Αθήνα
To click away δεν μπορεί να σώσει το λιανεμπόριο

Η πανδημική κρίση έχει φέρει προ αδιεξόδου το λιανεμπόριο, με το σύστημα του click away να έχει περιορισμένα αποτελέσματα για επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν ηλεκτρονικό κατάστημα. Υπολογίζεται δε ότι, κατά την πρόσφατη εορταστική περίοδο, όσοι λιανέμποροι διέθεταν διαδικτυακή παρουσία εμφάνισαν κατά μέσον όρο το 1/3 του τζίρου σε σχέση με πέρυσι. Για όσους όμως δεν διέθεταν e-shop ο κύκλος εργασιών δεν ξεπέρασε το 10% σε σχέση με το 2019.

Με τα δεδομένα αυτά και λόγω του «κλείσε – άνοιξε», πολλές επιχειρήσεις λιανικής επιλέγουν να μην λειτουργήσουν, γεγονός που είναι εμφανές καθώς σημαντικός αριθμός καταστημάτων σε κεντρικές εμπορικές οδούς παραμένει με κατεβασμένα ρολά. Οσον αφορά το κέντρο της Αθήνας, ο χρονικός περιορισμός των δύο ωρών αποτρέπει καταναλωτές που δεν βρίσκονται σε εγγύτητα να επισκέπτονται επιχειρήσεις του κέντρου.
Στη δική μας περίπτωση, η λειτουργία ενός ολοκληρωμένου ηλεκτρονικού καταστήματος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν δραστηριοποιούμαστε στην ένδυση και στην υπόδηση, μας επέτρεψε να διατηρήσουμε τη δραστηριότητά μας σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Ωστόσο, ανήκουμε στις εξαιρέσεις. Τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση είναι προς τη θετική κατεύθυνση, αλλά δεν επαρκούν, δεδομένου ότι τα πάγια έξοδα και οι λοιπές συσσωρευμένες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που παραμένουν κλειστές είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν.

Γιώργος Καρδαράς, ιδιοκτήτης κομμωτηρίου στην Αργυρούπολη
«Κλειδί» για να αντέξουμε, η γρήγορη προσαρμοστικότητα

Η πανδημία επιτάχυνε το σχέδιό μας για τον μετασχηματισμό της επιχείρησής μας σε κομμωτήριο boutique, όπου ο πελάτης απολαμβάνει εξατομικευμένες υπηρεσίες και η ροή των πελατών είναι περισσότερο ελεγχόμενη. Για να παραμείνουμε βιώσιμοι, όμως, έπρεπε να επιδείξουμε προσαρμοστικότητα στα νέα δεδομένα και γι’ αυτό στραφήκαμε ακόμη περισσότερο στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων. Η πανδημία αποτέλεσε μια ευκαιρία για να ενισχύσουμε τις σχέσεις μας με τους πελάτες, προς τους οποίους παρείχαμε συμβουλές επί εικοσιτετραώρου βάσεως, ιδίως κατά τη διάρκεια των καθολικών lockdowns, οπότε δεν είχαμε τη δυνατότητα να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας. Δίχως αμφισβήτηση, όμως, η δυναμική αντιμετώπιση της κρίσης από την κυβέρνηση, που οδήγησε στη συχνή αλλαγή των μέτρων υγειονομικής προστασίας και ανέτρεψε τη σταθερότητα ως προς το ωράριο λειτουργίας, προκάλεσε ώς ένα βαθμό δυσφορία στους πελάτες μας. Το «άνοιξε – κλείσε» και η παροχή υπηρεσιών βάσει των προβλεπόμενων υγειονομικών πρωτοκόλλων επιμήκυνε τον χρόνο εξυπηρέτησης, με αποτέλεσμα, σε κάποιες περιπτώσεις, ορισμένοι εκ των πελατών να μην είναι εφικτό να εξυπηρετηθούν κατά προτεραιότητα, όπως θα επιθυμούσαν. Εν κατακλείδι, η μάχη για την επιβίωση έπρεπε να περάσει από την προσαρμοστικότητα και την αλλαγή μοντέλου λειτουργίας.

Νίκος Σεφεριάδης, ιδιοκτήτης καταστημάτων ένδυσης στην Αθήνα
Η κατάρρευση του τουρισμού «βύθισε» το κέντρο

Λόγω των συνεχών αλλαγών του είδους των μέτρων, η ψυχολογία και η καταναλωτική συνείδηση έχουν διαταραχθεί, με τη δραστηριότητα να είναι πενιχρή στο κέντρο της Αθήνας, όπου βρίσκονται τα καταστήματά μας. Δεδομένου ότι περίπου οι μισές πωλήσεις μας προέρχονται από τουρίστες, η επαναλειτουργία μας στις 18 Ιανουαρίου δεν συνοδεύθηκε από σημαντική ανάκαμψη της ζήτησης. Για να γίνει αυτό αντιληπτό, αρκεί να λάβουμε υπόψη ότι τα 24 άτομα που απασχολούνται στα καταστήματά μας βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής. Η μέθοδος του click away δεν κατέστη εφικτό να απορροφήσει σημαντικό τμήμα των απωλειών μας, ενώ το μόνο μέτρο που είναι αποτελεσματικό είναι αυτό της επιστρεπτέας προκαταβολής. Ωστόσο, και αυτού του είδους η ενίσχυση δεν παύει να αποτελεί μορφή χρέους, δεδομένου ότι θα πρέπει να επιστραφεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, καθυστερούμε την αποπληρωμή των υποχρεώσεών μας, οι οποίες συσσωρεύονται. Αντίστοιχα, αυξάνεται το εμπόρευμα που δεν έχει διατεθεί, με αποτέλεσμα να προχωρούμε στην πώλησή του σε πολύ χαμηλή τιμή, γεγονός που ενισχύει τις απώλειες των επιχειρήσεων. Λόγω της κατάρρευσης του τουρισμού, της πενιχρής εσωτερικής ζήτησης και των συνεχών αλλαγών των μέτρων, οι επιχειρήσεις μας έχουν παγιδευτεί σε έναν φαύλο κύκλο.

Αθηνά Πλιάτσικα-Τσιπουρίδου, ιδιοκτήτρια καταστημάτων ένδυσης – πρόεδρος Εμπορικού Συλλόγου Βέροιας
Μέσα από το Ιντερνετ δεν δοκιμάζονται τα ρούχα…

Υιοθετούμε σχέδιο διαχείρισης κρίσης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα, τα οποία μεταβάλλονται συνεχώς. Αυτό γίνεται πλήρως αντιληπτό εάν λάβουμε υπόψη ότι τα εμπορικά καταστήματα έκλεισαν στις 18 Μαρτίου 2020, επαναλειτούργησαν στις 11 Μαΐου του ίδιου έτους, μετά διέκοψαν εκ νέου τη λειτουργία τους στις 7 Νοεμβρίου και επαναλειτούργησαν με το σύστημα του click away κατά την περίοδο των Χριστουγέννων. Από τις 18 Ιανουαρίου ήταν σε θέση να δεχτούν πελάτες εντός καταστήματος αναλογικά με τα τετραγωνικά μέτρα. Πρωτοβουλίες όπως η μη πληρωμή ενοικίου για τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο είναι σωστές, όμως ο αγώνας για να διατηρήσουμε τις επιχειρήσεις μας βιώσιμες παραμένει διαρκής, δεδομένου ότι υπάρχουν πάγια έξοδα που πρέπει να ικανοποιηθούν. Στη δική μας περίπτωση, το γεγονός ότι διαθέτουμε δραστηριότητα στην τοπική αγορά τα τελευταία 40 χρόνια και καλή θέση στο κέντρο της Βέροιας συμβάλλει ώς ένα βαθμό στη διαχείριση της σημερινής κρίσης. Επίσης, οι πωλήσεις, μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματός μας, παιδικών ρούχων, που αποτελούν είδη που καλύπτουν πάγιες ανάγκες, στήριξαν, μερικώς έστω, τη δραστηριότητά μας. Ευρύτερα όμως, η αγορά ρουχισμού δεν είναι εφικτή χωρίς τη δοκιμή των προϊόντων από τους πελάτες, γεγονός που απαιτεί την παρουσία τους στο κατάστημα. Οι αγορές μέσω Ιντερνετ, δηλαδή, στην περίπτωσή μας δεν αποτελούν πανάκεια.

Απόστολος Οντόπουλος, ιδιοκτήτης καταστήματος καλλυντικών – πρόεδρος Εμπορικού Συλλόγου Βόλου
Με το τηλέφωνο δεν γίνεται δουλειά…

Με το κατάστημα καλλυντικών μας να λειτουργεί από το 1976, μετά βεβαιότητος μπορούμε να πούμε ότι η κατάσταση που βιώνει το λιανεμπόριο είναι πρωτόγνωρη και δύσκολα διαχειρίσιμη.

Η ύπαρξη ενός εμπορικού καταστήματος προϋποθέτει τη συνεχή λειτουργία και όχι αλλεπάλληλες –επιβεβλημένες βέβαια λόγω υγειονομικών συνθηκών– διακοπές της δραστηριότητας. Εκτός αυτού, υπάρχει σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων που συνεχίζουν να χρησιμοποιούν επιταγές, με αποτέλεσμα η αναστολή λειτουργίας, έστω και μία ημέρα, να διαταράσσει το συναλλακτικό κύκλωμα. Η παρατεταμένη αναστολή λειτουργίας της εστίασης επηρεάζει κλάδους όπως αυτός των καλλυντικών, όπου η ζήτηση τροφοδοτείται και από την κοινωνική συναναστροφή. Η μέθοδος του click away, που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί πλήρως, καθώς ορισμένα προϊόντα πρέπει να δοκιμαστούν από τον καταναλωτή, μας έχει αποφέρει μόλις το 30% του τζίρου συγκριτικά με την περίοδο της κανονικότητας.

Και παρότι αποτελεί μονόδρομο για την εξυπηρέτηση των πελατών με τα σημερινά δεδομένα, νομοτελειακά οδηγεί σε λιγότερες συναλλαγές. Για παράδειγμα, έχουμε υπολογίσει τον μέσο χρόνο τηλεφωνικής εξυπηρέτησης ενός πελάτη σε 8 έως 10 λεπτά, γεγονός που σημαίνει ότι ο αριθμός των παραγγελιών ανά ώρα περιορίζεται στις έξι, όσοι δηλαδή πελάτες επισκέπτονταν σε ένα τέταρτο το κατάστημά μας προτού εκδηλωθεί η πανδημία. Οσον αφορά αυτή καθαυτή τη δραστηριότητά μας, οι πωλήσεις προϊόντων μακιγιάζ υποχώρησαν άνω του 30%, μιας και η χρήση μάσκας καθιστά τη χρησιμοποίησή τους περιττή.