ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στο τραπέζι οι ελαφρύνσεις για Δημόσιο και συνταξιούχους

Μείωση εισφορών, αναστολή εισφοράς αλληλλεγγύης όπως στον ιδιωτικό τομέα

Στο τραπέζι οι ελαφρύνσεις για Δημόσιο και συνταξιούχους

Η επέκταση και στους δημοσίους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους των φορολογικών ελαφρύνσεων που εφαρμόστηκαν φέτος στον ιδιωτικό τομέα (μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες και αναστολή της εισφοράς αλληλεγγύης) θα εξεταστεί από την κυβέρνηση, σε συνάρτηση με τα δημοσιονομικά περιθώρια, πιθανότατα το φθινόπωρο, ενόψει του προϋπολογισμού του 2022, αναφέρουν πληροφορίες από κυβερνητική πηγή.
Είναι ένα πιθανό επόμενο βήμα, στην κατεύθυνση των φορολογικών ελαφρύνσεων, το οποίο συζητείται στα κυβερνητικά κλιμάκια, στη λογική της ισότητας μεταξύ των φορολογουμένων. Ωστόσο, το δημοσιονομικό κόστος του και οι ανάγκες της χώρας κατά την έξοδο από την πανδημία θα κρίνουν την τελική απόφαση. Στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης δείχνουν να ανησυχούν αυτή τη στιγμή κυρίως για την κάλυψη των μέτρων στήριξης έναντι της πανδημίας και για την αποτροπή λουκέτων, μεταθέτοντας για αργότερα πιο διαρθρωτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις.

Ετσι, το πρόγραμμα σταθερότητας, που θα κατατεθεί στο τέλος Απριλίου και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, που θα πάρει σειρά στο τέλος Μαΐου, θα είναι «φτωχά» σε μέτρα, όπως μεταφέρουν πηγές του οικονομικού επιτελείου. «Δεν θα ανοίξουμε τα χαρτιά μας σε σχέση με την αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου», σημειώνει υψηλόβαθμο στέλεχος. «Δεν θα είμαστε έτοιμοι και δεν θα έχουμε ακόμη εικόνα των δημοσιονομικών αναγκών. Θέλουμε να ξεδιπλώσουμε το πρόγραμμά μας στον σωστό πολιτικό χρόνο». Ο πολιτικός χρόνος δεν παραπέμπει υποχρεωτικά σε εκλογές, διευκρίνισε η πηγή, αλλά σε στάθμιση των προτεραιοτήτων. Η κατάθεση του επόμενου προϋπολογισμού το φθινόπωρο αφήνει αρκετά χρονικά περιθώρια για να γίνει αυτή η στάθμιση.

Το πρώτο ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση, είναι τουλάχιστον να διατηρηθούν και το 2022 η απαλλαγή από την εισφορά αλληλεγγύης και οι μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές για τον ιδιωτικό τομέα, όπως  ίσχυσε φέτος, σε προσωρινή βάση. Αυτό είναι κάτι που δηλώνει ξεκάθαρα ότι θα ζητήσει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης από τους θεσμούς, ελπίζοντας να αποσπάσει θετική απάντηση, δεδομένου ότι οι κανόνες δημοσιονομικής χαλάρωσης θα ισχύσουν και το 2022. 

Σημειώνεται ότι το δημοσιονομικό κόστος των μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών και της εισφοράς αλληλεγγύης το 2021 έχει εκτιμηθεί στον προϋπολογισμό σε 1,6 δισ. ευρώ περίπου, ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό σε περίοδο δημοσιονομικών πιέσεων. Ομως, στην κυβέρνηση ελπίζουν ότι το πραγματικό κόστος θα αποδειχθεί τελικά χαμηλότερο, διευκολύνοντας τη συνέχιση και ίσως και την επέκτασή του. Είναι ενδεικτικό ότι ο επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού, Αλέξης Πατέλης, επικαλέστηκε σε εκδήλωση για τη φορολογία, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου, την περασμένη εβδομάδα, την πεποίθηση ότι η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών θα έχει πολύ μικρό δημοσιονομικό κόστος και ανέφερε μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος που δείχνει ότι μια μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μία μονάδα έχει μικρή δημοσιονομική επίπτωση τον πρώτο χρόνο (-0,06% του ΑΕΠ) και θετική από τον δεύτερο και μετά. Πρόσθεσε ότι η δημοσιονομική χαλάρωση επέτρεψε στην κυβέρνηση να εφαρμόσει γρηγορότερα την πολιτική της (μειώνοντας κατά 3 μονάδες φέτος τις ασφαλιστικές εισφορές) και εφόσον επιβεβαιωθεί ότι το κόστος είναι χαμηλό θα μπορέσει να τη συνεχίσει.

Σημειώνεται ότι μέχρι στιγμής έχουν μειωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές από την παρούσα κυβέρνηση κατά 3,9% και έχει ψηφιστεί περαιτέρω μείωσή τους κατά 0,5% το 2022, φτάνοντας έτσι συνολικά το 4,4%. Επομένως, απομένει ακόμη μια μείωση 0,6%, για να καλυφθεί ο στόχος της κυβέρνησης για 5%. Ο κ. Πατέλης μίλησε και για μείωση του πλαφόν των ασφαλιστικών εισφορών ως έναν ακόμη στόχο.

Προς το παρόν, το οικονομικό επιτελείο είναι φειδωλό και ως προς την αναμενόμενη από τις επιχειρήσεις μείωση της προκαταβολής φόρου, όπως έγινε το 2020. «Κανονικά δεν πρέπει να γίνει», υποστηρίζουν. Υπολογίζεται ότι φέτος θα εμφανιστούν κέρδη περίπου 2,5 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 2020 (από 3,5 δισ. τον περασμένο χρόνο), επομένως και πάλι μια μείωση της προκαταβολής θα είχε σημαντικό κόστος. Επιπλέον, θα ευνοούσε κερδοφόρες επιχειρήσεις και όχι αυτές που επλήγησαν από την πανδημία και έχουν ίσως μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης. Πάντως, δεν αποκλείουν επανεξέταση, όταν έρθει η ώρα.

Προς το παρόν, ο πονοκέφαλος του οικονομικού επιτελείου αφορά τη λήξη του lockdown και το κόστος που προσθέτει κάθε βδομάδα η παράτασή του. Οι πηγές σημειώνουν ότι ο Απρίλιος έχει εκτιμηθεί στον προϋπολογισμό με ανοιχτά τα καταστήματα όχι μόνο λιανικής, αλλά και εστίασης, μετά το πρώτο δεκαπενθήμερο. Αν αυτό δεν συμβεί, θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό με επιπλέον  κόστος ίσο με 1,5 δισ. ευρώ, λόγω κλειστής λιανικής και 750 εκατ. ευρώ λόγω κλειστής εστίασης τον μισό μήνα.

«Αν δεν τελειώσει η πανδημία και δεν τεθούν οι νέοι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα, κανένα μόνιμο μέτρο δεν μπορεί να συζητηθεί», επισημαίνουν στο οικονομικό επιτελείο, προσθέτοντας ότι το 2023 θα επιστρέψουμε σε κάποιου είδους δημοσιονομική προσαρμογή, όποια κι αν είναι αυτή.