ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

E.E.: Επιβλαβής ανταγωνισμός το ελληνικό πρόγραμμα προσέλκυσης φορολογουμένων

Ως ιδιαίτερα επιβλαβή μορφή φορολογικού ανταγωνισμού χαρακτηρίζει το Παρατηρητήριο της Ε.Ε. για τη Φορολογία το ελληνικό πρόγραμμα προσέλκυσης φορολογούμενων με υψηλά εισοδήματα

E.E.: Επιβλαβής ανταγωνισμός το ελληνικό πρόγραμμα προσέλκυσης φορολογουμένων

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Ως ιδιαίτερα επιβλαβή μορφή φορολογικού ανταγωνισμού χαρακτηρίζει το Παρατηρητήριο της Ε.Ε. για τη Φορολογία το ελληνικό πρόγραμμα προσέλκυσης φορολογούμενων με υψηλά εισοδήματα (non-domicile scheme) το οποίο θεσμοθέτησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Σύμφωνα με νέα έκθεση του Παρατηρητηρίου, που δημοσιεύθηκε σήμερα, τα πιο επιβλαβή ειδικά καθεστώτα φορολόγησης φυσικών προσώπων στην Ε.Ε. είναι το ελληνικό και το ιταλικό νομοθετικό πλαίσιο για τη χορήγησης φορολογικής κατοικίας σε αλλοδαπούς. Στη σχετική κατάταξη ακολουθούν το καθεστώς για άτομα υψηλού εισοδήματος της Κύπρου και οι όροι συνταξιοδότησης για τους εύπορους αλλοδαπούς στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Πορτογαλία.

Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 200.000 άτομα σήμερα επωφελούνται τέτοιων ειδικών καθεστώτων στην Ε.Ε. Το κόστος σε απώλεια φορολογικών εσόδων υπολογίζεται στα 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι ερευνητές του Παρατηρητηρίου για να συμπεράνουν το βαθμό της βλάβης που προκαλούν τα προνομιακά αυτά καθεστώτα είναι: η διάρκειά τους (όσο μεγαλύτερη, τόσο πιο ελκυστικά γίνονται και τόσο μεγαλύτερη είναι η απώλεια εσόδων)· ο βαθμός στον οποίο υπονομεύουν την προοδευτικότητα του συστήματος φορολόγησης εισοδήματος της χώρας· το αν απαιτείται οι ωφελούμενοι να δραστηριοποιούνται οικονομικά στη χώρα της οποίας θα γίνουν φορολογικοί κάτοικοι· και το μέγεθος της φοροαπαλλαγής.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η Ελλάδα και η Ιταλία παρέχουν φορολογικά προνόμια σε φυσικά πρόσωπα για περισσότερα από οκτώ χρόνια ενώ «απευθύνονται ευθέως μόνο σε άτομα μεγάλης περιουσίας [high net worth]». Επιπλέον, καμία από τις δύο χώρες δεν θέτει ως προϋπόθεση για την παροχή των προνομίων την οικονομική δραστηριότητα στην εγχώρια οικονομία, ενώ αμφότερες επιτρέπουν τη μείωση των φορολογικών υποχρεώσεων κατά περισσότερο από 50% για φορολογητέα εισοδήματα άνω των 500.000 ευρώ.

Οι διατάξεις για τη συνταξιοδότηση στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Πορτογαλία, αντιστοίχως, χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα επιβλαβείς από τους συντάκτες της έκθεσης γιατί έχουν «μακρά διάρκεια, υψηλό βαθμό απαλλαγής από φόρους, στοχεύουν μόνο άτομα ιδιαίτερα υψηλού εισοδήματος ή/και δεν απαιτούν ο ωφελούμενος να δραστηριοποιείται οικονομικά» στη χώρα που του παρέχει το προνομιακό καθεστώς.

«Τις τελευταίες δεκαετίες έχει καταγραφεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση μείωση των συντελεστών εταιρικής φορολόγησης και των υψηλότερων συντελεστών φορολόγησης φυσικών προσώπων», σημειώνεται στην έκθεση. Παράλληλα, «πιο πρόσφατα έχει ενταθεί ο φορολογικός ανταγωνισμός μέσω ειδικών φορολογικών καθεστώτων» που στοχεύουν στην προσέλκυση επιχειρήσεων και εύπορων ατόμων στις χώρες που τα θεσμοθετούν. Ο αριθμός τέτοιων ειδικών προβλέψεων για τη φορολόγηση φυσικών προσώπων στα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. και το Ηνωμένο Βασίλειο  αυξήθηκε από πέντε το 1995 σε 26 σήμερα.  

Το φορολογικό εισόδημα ως ποσοστό του ΑΕΠ, σημειώνεται στην έκθεση, δεν έχει μειωθεί την τελευταία 25ετία, παρά τον πολλαπλασιασμό των ειδικών φορολογικών καθεστώτων στην Ε.Ε. (ήταν 40,5% στα 27 κράτη-μέλη το 1995 και είχε αυξηθεί σε 41,4% το 2019). Ο λόγος, όπως εξηγείται, είναι ότι «φαίνεται να υπάρχει η τάση μεταβίβασης των φορολογικών βαρών από τα ευκίνητα εισοδήματα του κεφαλαίου στα πιο δυσκίνητα όπως είναι οι μισθοί και οι κατανάλωση», γεγονός που έχει «σημαντικές διανεμητικές επιπτώσεις».

Η έκθεση αναφέρεται στην «αμφίσημη» στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι στον φορολογικό ανταγωνισμό, που αντανακλάται στο διαχωρισμού μεταξύ «επιβλαβούς» και «μη επιβλαβούς». Η διαχωριστική γραμμή, σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης, «δεν είναι πάντα εύκολο να οριστεί στην πράξη».