ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εχει υπολογιστεί το κόστος για τα επιδόματα των πανεπιστημιακών

echei-ypologistei-to-kostos-gia-ta-epidomata-ton-panepistimiakon-2004301

Δεν ανησυχεί το οικονομικό επιτελείο για το κόστος που θα προκύψει από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), που είχε κρίνει από τα μέσα Ιανουαρίου αντισυνταγματική τη φορολόγηση των ειδικών επιδομάτων που λαμβάνουν οι πανεπιστημιακοί για την ενημέρωση της βιβλιοθήκης τους και τη συμμετοχή σε συνέδρια. Οταν έγινε γνωστό ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει ως αντισυνταγματικές τις περικοπές στους ενστόλους, το υπουργείο Οικονομικών υπολόγισε ότι συνολικά το κόστος για τον προϋπολογισμό μπορεί να ανέλθει στο 1 δισ. ευρώ εάν δικαιωθούν όλα τα ειδικά μισθολόγια που έχουν υποστεί περικοπές.

Σύμφωνα με αρμόδια στελέχη, στο ποσό αυτό έχουν συνυπολογιστεί και οι ανάγκες για την κάλυψη των πανεπιστημιακών που δικαιώθηκαν για τη φορολόγηση των επιδομάτων τους. Τα συγκεκριμένα επιδόματα αφορούν 128 ευρώ για τον λέκτορα και τον επίκουρο καθηγητή, 184 για τον αναπληρωτή και 273 για τον καθηγητή, και σύμφωνα με το ΣτΕ δεν αποτελούν εισόδημα και συνεπώς δεν μπορούν να υπόκεινται σε φορολόγηση. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, κάθε παροχή που καταβάλλεται στον μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λπ.) που κατά τον νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός.

Υπενθυμίζεται, δε, ότι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 78 του Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα. Δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του.

Αυτό που μένει να διευκρινιστεί είναι από πότε θα πρέπει να επιστρέψει το Δημόσιο ως αχρεωστήτως καταβληθέντα όσα φορολόγησε, καθώς η προσφυγή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση έγινε το 2004, λόγω των σχετικών προβλέψεων νόμου του 2002.