ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φρένο Στουρνάρα στις προσδοκίες για μείωση των αντικειμενικών αξιών

Φρένο στις όποιες βλέψεις έτρεφαν φορείς της αγοράς και ιδιοκτήτες για αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, οι οποίες στην πλειονότητα των περιπτώσεων ξεπερνούν τις εμπορικές τιμές, έβαλε χθες ο υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Στουρνάρας, μέσω εγγράφου του που διαβιβάστηκε στη Βουλή. Σε αυτό τονίζεται ότι «μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν, θα εξεταστεί το θέμα της αναμόρφωσης του συστήματος υπολογισμού των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, με γνώμονα την προσφορότητα, την αναλογικότητα, καθώς και κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, σύμφωνα πάντα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες του κράτους».

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, η έλλειψη αντιπροσωπευτικού δείγματος αγοραπωλησιών (λόγω της κάθετης πτώσης των αγοραπωλησιών) καθιστά απαγορευτικό τον προσδιορισμό των πραγματικών τιμών, ώστε αντίστοιχα να καθοριστούν νέες, περισσότερο αξιόπιστες αντικειμενικές αξίες.

Επί της ουσίας, ο υπουργός μεταθέτει την αναθεώρηση των αντικειμενικών για το απώτερο μέλλον, πιθανώς για την οικονομική χρήση του 2016, όπως προκύπτει και από το αναθεωρημένο Μνημόνιο. Ωστόσο, ο πραγματικός λόγος είναι ο δημοσιονομικός, καθώς μια μείωση των αντικειμενικών τιμών, ώστε να ευθυγραμμιστούν περισσότερο με τις πραγματικές τιμές στις οποίες γίνονται πράξεις, θα μεταφραζόταν σε αισθητά λιγότερα έσοδα από τους φόρους περιουσίας και δη τον ΕΝΦΙΑ, θέτοντας σε κίνδυνο την ομαλή εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Την ίδια στιγμή όμως, οι προσφερόμενες τιμές πώλησης, ιδίως μεγαλύτερης ηλικίας διαμερισμάτων, υπολείπονται των αντικειμενικών τιμών σε ποσοστό έως 70%, όπως προκύπτει από πρόσφατη έρευνα μεσιτικών γραφείων, την οποία παρουσίασε στο πρόσφατο συνέδριο του Ελληνικού Ινστιτούτου Εκτιμητικής (ΕΛΙΕ), η οικονομολόγος κ. Μαρία Φιλιππακοπούλου. Επιπλέον, μια σειρά πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων, όπως τα τεκμήρια στις κατοικίες και το «πόθεν έσχες» για απόκτηση κατοικίας, που έχει τεθεί εκ νέου σε ισχύ από τις αρχές του έτους, υπολογίζονται επί των αντικειμενικών αξιών, επιβαρύνοντας τόσο τους ιδιοκτήτες, όσο και τους υποψήφιους αγοραστές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο του ΕΛΙΕ, σήμερα στο κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα στα παλαιότερα διαμερίσματα, η απόκλιση μεταξύ αντικειμενικών και εμπορικών τιμών κυμαίνεται από 20% έως 70%. Αντίστοιχα, στις περιοχές των βορείων προαστίων, στα παλαιότερα διαμερίσματα, οι αντικειμενικές είναι υψηλότερες από 3,5% έως 60% ανάλογα με το σημείο. Ο παραλογισμός των υψηλών αντικειμενικών τιμών επισημάνθηκε και στην πρόσφατη ετήσια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σύμφωνα με την ΤτΕ, «η στρέβλωση που προκύπτει από τις υψηλές αντικειμενικές αξίες, που συχνά υπερβαίνουν τις εμπορικές, «οδηγεί σε τεχνητή υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας και σε περαιτέρω, μη ορθολογική πλέον, συμπίεση των αξιών».

Σε αντίστοιχη έρευνα του μεσιτικού γραφείου RE/MAX Αθμονον της ομώνυμης αλυσίδας μεσιτικών γραφείων για το 2013, προέκυψε ότι στο Μαρούσι, το 53% των αγοραπωλησιών πραγματοποιείται πλέον σε τιμή χαμηλότερη της αντικειμενικής. Αντίστοιχα, στην Εκάλη, το 40% των πράξεων γίνεται σε τιμή κάτω της αντικειμενικής, κάτι που συνέβη και στη Δροσιά, σε ποσοστό 36%. Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και σε άλλες περιοχές των βορείων προαστίων, όπως τα Βριλήσσια, η Κηφισιά και η Νέα Ερυθραία, όπου τα σχετικά ποσοστά διαμορφώνονται σε 31%, 35% και 25% αντίστοιχα.