ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ειδικό καθεστώς προστασίας μόνο για στεγαστικά δάνεια

eidiko-kathestos-prostasias-mono-gia-stegastika-daneia-2017912

Την εξαίρεση των επιχειρηματικών, αλλά και των καταναλωτικών οφειλών από τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ζητούν οι τράπεζες, παραπέμποντας στην εμπειρία της Ιρλανδίας, όπου το αντίστοιχο μοντέλο προστασίας αφορούσε μόνο τη στεγαστική πίστη.

Στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν οι τράπεζες στο πλαίσιο της σχετικής διαβούλευσης, επισημαίνουν επίσης το υψηλό διαχειριστικό κόστος που συνεπάγονται οι διαδικασίες συμμόρφωσης με τον Κώδικα, αλλά και τον κίνδυνο να αυξηθούν περαιτέρω τα «κόκκινα» δάνεια, καθώς οι υποχρεώσεις ενημέρωσης και συνεννόησης με τους δανειολήπτες, ωθούν σε περαιτέρω καθυστέρηση.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα επιχειρηματικά δάνεια, ο χειρισμός των προβληματικών δανείων, αποτελεί μέρος της διαδικασίας αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων και γίνεται εξατομικευμένα με τις διοικήσεις των εταιρειών αυτών, υποστηρίζουν οι τράπεζες. Αντίστοιχα για τα καταναλωτικά δάνεια, ζητείται να οριστεί ένα όριο πάνω από το οποίο θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα, στον βαθμό που η γενικευμένη χρήση του συνεπάγεται περαιτέρω καθυστέρηση, χωρίς να υπάρχει σχέση κόστους-οφέλους, ειδικά όταν πρόκειται για μικρά καταναλωτικά δάνεια ή καταναλωτικά δάνεια που δεν συνοδεύονται με υποθήκη.

Να σημειωθεί ότι η διαδικασία επίλυσης των καθυστερήσεων, όπως περιγράφεται στον Κώδικα, προβλέπει την επικοινωνία με τον δανειολήπτη σε πρώιμο στάδιο, όταν το δάνειο εμφανίζει ενδείξεις πιθανής καθυστέρησης και σε κάθε περίπτωση με την πρώτη καθυστέρηση καταβολής της πρώτης δόσης, δηλαδή τις 30 ημέρες. Σύμφωνα με τις τράπεζες, η διαδικασία επικοινωνίας, έως ότου συμφωνηθεί με τον δανειολήπτη μια λύση μεταξύ αυτών που προτείνονται στον Κώδικα, μπορεί να διαρκέσει ακόμη και οκτώ μήνες, δημιουργώντας μεγάλο διαχειριστικό κόστος με αμφίβολο αποτέλεσμα, αφού στο μεσοδιάστημα δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής ελάχιστης δόσης για τον οφειλέτη.

Παρά το γεγονός ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας δεν αποτελεί νομοθετικό κείμενο και τυπικά δεν έχει δεσμευτική ισχύ, η λεπτομερής καταγραφή των βημάτων που θα πρέπει να ακολουθηθούν από τις τράπεζες, δημιουργεί ένα δεσμευτικό πλαίσιο, που θα επιμηκύνει τον χρόνο διευθέτησης των καθυστερήσεων. Οπως μάλιστα επισημαίνουν, η παρέμβαση του επόπτη με την αναλυτική καταγραφή των βημάτων που θα πρέπει να ακολουθούν τα πιστωτικά ιδρύματα, υπερβαίνει τα όρια αρμοδιότητας της ΤτΕ, που είναι η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.