ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα προαπαιτούμενα έκλεισαν, ξεκλειδώνει υποδόση 1 δισ. ευρώ

04s18xreos
ypourgeiooikonomias2

Συμφωνία επί της πρώτης δέσμης των 6 προαπαιτούμενων δράσεων που θα αποδεσμεύσουν τη μία υποδόση του 1 δισ. ευρώ επήλθε χθες μεταξύ τρόικας και κυβέρνησης. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο πλευρές συμφώνησαν επί του τελευταίου εκκρεμούς θέματος που ήταν το ποσοστό κέρδους των φαρμακοποιών. Ετσι, σήμερα αναμένεται να επιβεβαιώσουν τη συμφωνία αυτή και οι αξιωματούχοι της Ευρωζώνης στην καθιερωμένη ανεπίσημη ενημέρωση πριν από κάθε Eurogroup.

Κατόπιν αυτού, την ερχόμενη Δευτέρα οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης θα δώσουν εντολή στον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ESM) Κλ. Ρέγκλινγκ να αποδεσμεύσει άμεσα το 1 δισ. ευρώ που εξαρτόνταν από την υλοποίηση των 6 προαπαιτούμενων μέτρων.

Η εξέλιξη αυτή ανοίγει τον δρόμο στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης να προχωρήσει εντός της επόμενης εβδομάδας και στην έκδοση νέου ομολόγου. Δεδομένης της θετικής έκβασης του ερχόμενου Εurogroup, η κυβέρνηση θα επιδιώξει να εκμεταλλευτεί το καλό κλίμα στις αγορές και να αντλήσει κεφάλαια με ακόμη χαμηλότερο κόστος απ’ ό,τι την προηγούμενη φορά. Θέλει, όμως, να το πράξει άμεσα και όχι κατά τη διάρκεια του ενδιάμεσου και ανεπίσημου ελέγχου της τρόικας (είναι προγραμματισμένος για τις 9 με 17 Ιουλίου), καθώς υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μίας αρνητικής εξέλιξης που θα δημιουργούσε αναταραχή στις αγορές. Οπως ανέφερε και η «Κ» της Πέμπτης, το βασικό σχέδιο του υπουργείου Οικονομικών είναι να προχωρήσει σε έκδοση τριετών ομολόγων με στόχο να αντλήσει 2,5-3 δισ. ευρώ.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη υποδόση του 1 δισ. ευρώ, η σοβαρότερη εκκρεμότητα είναι η ψήφιση του νομοσχεδίου για τη Μικρή ΔΕΗ.

Πέραν αυτών, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat), το 2013 το 75% του ελληνικού χρέους αποτελούνταν από δάνεια, όπως αυτά έχουν συναφθεί με την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ, και το υπόλοιπο 25% ήταν «ελεύθερο» στα χέρια των ιδιωτών.

Μέσω της μεταφοράς του ελληνικού χρέους από τους ιδιώτες στον επίσημο τομέα (κυρίως στην Ευρωζώνη και δευτερευόντως στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) αποφεύχθηκε η χρεοκοπία της Ελλάδας. Από την ένταξη της χώρας στον Μηχανισμό Στήριξης το 2010 και ιδίως μετά το PSI το 2012 και το πρόγραμμα επαναγοράς των ελληνικών ομολόγων το ίδιο έτος, το δημόσιο χρέος πέρασε σταδιακά στα λεγόμενα «επίσημα» χέρια.

Με αυτά τα δεδομένα, θεωρείται πλέον πολύ δύσκολο η Ελλάδα να φτάσει σε σημείο κήρυξης πτώχευσης επί του χρέους της.

Γι’ αυτό και η Ευρωζώνη στέλνει διαρκώς το μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις (αγορές, Ελλάδα και ΔΝΤ) ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για το πραγματικά υπέρογκο ελληνικό χρέος. Βάσει των τελευταίων προβλέψεων για φέτος εκτιμάται ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα διαμορφωθεί στο 174% του ΑΕΠ. Το μέγεθος του χρέους σε συνδυασμό με την ανάγκη να περιοριστεί στο 124% του ΑΕΠ έως το 2020 έχει οδηγήσει τόσο το Ταμείο όσο και αρκετούς οικονομολόγους να υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να γίνει ένα νέο «κούρεμά» του, που αυτήν τη φορά θα πρέπει να αγγίξει τους επίσημους πιστωτές της χώρας.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ευρωζώνη διακρατεί σχεδόν το 75% του ελληνικού χρέους την καθιστά αυτομάτως και τον ρυθμιστή της κατάστασης. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η προσέγγιση που έχει η ελληνική κυβέρνηση για τη διαχείριση του χρέους. Εφόσον η Ευρωζώνη δεν δέχεται αυτήν τη στιγμή συζήτηση περί «κουρέματος» των δανείων που έχει διαθέσει στην Ελλάδα, η επόμενη λύση είναι να προχωρήσει σε κινήσεις καθησυχασμού της αγοράς ως προς τη διαχείριση του χρέους.

Επί της ουσίας, η λύση που εξετάζει η Ευρωζώνη και αποτελεί πρόταση και της Ελλάδας είναι η νέα επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων αυτών. Η βασική πρόταση προβλέπει την επιμήκυνση της περιόδου στα 50 έτη από τα 30 που είναι σήμερα και με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι η Ελλάδα δεν θα αντιμετωπίσει για πολλά χρόνια πρόβλημα με την εξόφληση των υποχρεώσεών της. Κατ’ επέκταση, οι επενδυτές δεν θα πρέπει να φοβούνται την αγορά ελληνικών ομολόγων που θα έχουν χρονικό ορίζοντα 10 ή και παραπάνω έτη, αφού η χώρα δεν θα έχει άλλες υποχρεώσεις να εξυπηρετήσει στο ίδιο διάστημα.

Παράλληλα, εάν η Ευρωζώνη αποδεχτεί την ελληνική πρόταση για μετατροπή του κυμαινόμενου επιτοκίου των διμερών δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα από τις χώρες της Ευρωζώνης σε σταθερό, τότε μειώνονται σημαντικά και οι ανάγκες για καταβολή τόκων. Δηλαδή, άλλος ένας παράγοντας κινδύνου που μπορεί να αντιμετωπίσει τα επόμενα χρόνια ο κρατικός προϋπολογισμός απομακρύνεται.