ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναδιάρθρωση ή αποχώρηση

anadiarthrosi-i-apochorisi-2035921

Οι πρώτοι επιχειρηματίες που καλούνται να βάλουν ίδια κεφάλαια στις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις τους, υπό την απειλή ότι σε διαφορετική περίπτωση θα «εκδιωχθούν» από τα μετοχικά τους κεφάλαια, πέρασαν, αυτή την εβδομάδα, την πόρτα των πιστωτριών τραπεζών. Πώς αντέδρασαν;

«Αρκετοί, ικανοποιητικά», ήταν η διπλωματική απάντηση κορυφαίου τραπεζίτη, σε σχετική ερώτηση της «Κ». Ο οποίος, μάλιστα, έσπευσε να διορθώσει μια παρεξήγηση που έχει δημιουργηθεί. «Αυτό που τους ζητούμε είναι σαφές: ή βάζετε λεφτά ή βρίσκουμε ξένο επενδυτή και αποχωρείτε». Οπερ σημαίνει ότι δεν υπάρχει εναλλακτική που προβλέπει, με κάποιον τρόπο, συνδυασμό των παραπάνω δύο λύσεων, όπως αρχικώς πιστευόταν.

Η δεύτερη παρεξήγηση που λύθηκε τις προηγούμενες ώρες αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα αφορά τις νέες πρωτοβουλίες που πρόκειται να αναληφθούν προς την κατεύθυνση της επίλυσης του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων. «Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε να κάνουμε με νέες ρυθμίσεις, όπως έχει περάσει προς τα έξω, αλλά με βελτιώσεις των υφισταμένων, όπως, για παράδειγμα, των άρθρων 99 και 106», τονίζεται, και εξηγείται: «Αυτό που κυρίως προωθείται είναι η εξωδικαστική επίλυση των ζητημάτων που υπάρχουν ανάμεσα στις πιστώτριες τράπεζες και στους οφειλέτες επιχειρηματίες». Ο στόχος είναι να επιταχυνθούν οι διαδικασίες, αφού τα δικαστήρια αδυνατούν να σηκώσουν και αυτό το βάρος, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος.

Στο μεταξύ, η αναδιάρθρωση των επισφαλών δανείων έχει αρχίσει να προσελκύει το ενδιαφέρον ακόμα και των ξένων μέσων ενημέρωσης. Είναι ενδεικτικό ότι το γερμανικό περιοδικό Focus σε άρθρο του κάνει λόγο για «θρασύ αίτημα», όπως το αποκαλεί, για «κούρεμα» δανείων σε επιχειρήσεις που ανήκουν σε «ολιγάρχες», όπως τους χαρακτηρίζει, από διάφορους κλάδους, μεταξύ των οποίων ο κατασκευαστικός ή ο χώρος των ΜΜΕ.

Την ίδια ώρα, η πλευρά των τραπεζών θεωρεί ότι τα «κόκκινα» δάνεια, στο τέλος της ημέρας, μπορεί να αποδειχθούν μια χρυσή ευκαιρία για την ανασυγκρότηση, συνολικά, του επιχειρηματικού τοπίου και της ελληνικής οικονομίας, γενικότερα. Απλώς, αυτό που χρειάζεται είναι υπομονή, δουλειά και χρόνος. Πόσος; «Σε ένα βάθος πενταετίας θα μπορούμε να μιλάμε για μια διαρθρωτική αλλαγή, αλλά όχι νωρίτερα, γιατί το έργο είναι σύνθετο και πολύπλοκο», ισχυρίζεται η τραπεζική πλευρά και προσθέτει: «Πρέπει να γίνει συνείδηση από όλους και πρώτα από όλους τους ίδιους τους επιχειρηματίες. Δεν μπορούμε να σηκώσουμε μεγάλο αριθμό ομοειδών επιχειρήσεων σε κλάδους που για διάφορους λόγους φθίνουν. Ακόμη και επιχειρήσεις που στο πρόσφατο παρελθόν θεωρούνταν εμβληματικές».

Κατά συνέπεια, κάπου εδώ προκύπτει από μόνη της η εναλλακτική λύση που αναζητείτο παραπάνω. Ακούει στη λέξη «συγχώνευση» και μπαίνει σε εφαρμογή άμεσα. Ούτως ή άλλως, άλλα χρονικά περιθώρια δεν υπάρχουν. Οι αριθμοί, που το αποδεικνύουν, είναι συντριπτικοί.

Σύμφωνα με μελέτες των Grant Thortnon, PWC και KPMG που παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, το 20% των οφειλών από επιχειρηματικά δάνεια, δηλαδή περί τα 25 δισ. ευρώ, προέρχονται από μη βιώσιμες επιχειρήσεις. Αντίθετα, το ένα τρίτο των επιχειρήσεων θεωρείται απολύτως υγιές, ενώ ένας μεγάλος αριθμός έχει χαρακτηριστικά βιωσιμότητας, καθώς θα βελτίωνε τις προοπτικές του με κατάλληλη αναδιάρθρωση του χρέους του. Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων δεν περιορίζεται στις οφειλές προς τις τράπεζες.

Στο κάδρο θα πρέπει εξίσου να μπουν και οι οφειλές προς το Δημόσιο, δηλαδή την εφορία ή τα ασφαλιστικά ταμεία. Μόνο τότε μπορεί να εξαχθεί ένα ασφαλές συμπέρασμα για το κατά πόσον μια επιχείρηση έχει προοπτικές ανάκαμψης και να ληφθούν και τα κατάλληλα μέτρα για την ανασυγκρότησή της, υπογραμμίζουν με έμφαση αρμόδια στελέχη. Η πληρότητα της πληροφόρησης θα λειτουργήσει ως αποτελεσματικό εργαλείο όχι μόνο στην προσπάθεια αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων και κλάδων. Θα επιτρέψει τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων που δεν έχουν οφειλές με ευνοϊκότερους όρους, διαχωρίζοντας την ήρα από το σιτάρι.