ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Λεφτά, για ομόλογα υψηλών αποδόσεων, υπάρχουν

omologa-copy

Ενδείξεις ότι οι διεθνείς ροές κεφαλαίων μπορούν να καλύψουν νέες ομολογιακές εκδόσεις υψηλών αποδόσεων, όπως αυτές στις οποίες προχώρησαν ελληνικοί όμιλοι –προκειμένου να χρηματοδοτήσουν ή να αναχρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητές τους– ή αυτές του ελληνικού Δημοσίου, προκύπτουν από τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι Goldman Sachs και η Morningstar. Οπως επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος της μονάδας διεθνών δραστηριοτήτων της Goldman Sachs Asset Management, Andrew Wilson, μιλώντας στην «Κ», «εντός των καθαρών ροών κεφαλαίων ύψους 273 δισ. δολαρίων που τοποθετήθηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2014 σε τίτλους σταθερού εισοδήματος, περιλαμβάνονται και αξιοσημείωτα υψηλές εισροές σε επενδυτικά κεφάλαια πολλαπλών στρατηγικών με ενισχυμένη έμφαση στις τοποθετήσεις σε χρέος αναδυόμενων αγορών».

Ειδικότερα, όπως εξηγεί, «αυτό δείχνει πως οι επενδυτές συνεχίζουν να διερευνούν εναλλακτικές πηγές αποδόσεων και αντίστοιχες επενδυτικές στρατηγικές προκειμένου να αντιμετωπίσουν ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον χαμηλών αλλά και μεταβαλλόμενων επιτοκίων». Επιπλέον δε, σημειώνει πως «η συνεχιζόμενη ανάπτυξη της αγοράς επενδυτικών προϊόντων με υποκείμενες αξίες από ένα μεγάλο εύρος επιλογών είναι επίσης ενδεικτική του πώς ορισμένοι επενδυτές ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της τρέχουσας συγκυρίας».

Η ευρύτερη θεώρηση των διεθνών ροών επενδυτικών κεφαλαίων μέχρι στιγμής, φέτος, δείχνει ξεκάθαρα πως οι επενδυτές περιορίζουν τις τοποθετήσεις τους σε μετρητά και στρέφουν τα κεφάλαια αυτά σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια, κυρίως διεθνούς εμβέλειας, σε ομόλογα και νέα επενδυτικά προϊόντα που συνδυάζουν μετοχές και σταθερό εισόδημα. Η τάση αυτή εκτιμάται ότι αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας. Τα παθητικά διαχειριζόμενα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια, που παρακολουθούν τους δείκτες αναφοράς και αντικατοπτρίζουν στα χαρτοφυλάκιά τους τις εισηγμένες με τη βαρύτητα που συμμετέχουν στους δείκτες, όπως και τα μεικτά χαρτοφυλάκια που περιλαμβάνουν μετοχές και ομόλογα, είναι ιδιαίτερα ευνοημένα, προσελκύοντας φρέσκα κεφάλαια, με βάση τα δεδομένα που συγκέντρωσαν και επεξεργάστηκαν οι Goldman Sachs Asset Management και Morningstar.

Οπως σημειώνουν ανεξάρτητοι χρηματιστηριακοί παρατηρητές, η άνοδος του ελληνικού χρηματιστηρίου κατά το τελευταίο έτος όπως και οι εισροές κεφαλαίων σε εταιρικά ομόλογα ελληνικών ομίλων αλλά και ομολόγων και εντόκων γραμματίων του ελληνικού Δημοσίου είναι σε σημαντικό βαθμό καρπός των τάσεων που διαπιστώνονται στις διεθνείς ροές κεφαλαίων. Υπολογίζεται δε πως άνω των 10 δισ. ευρώ έχουν εισρεύσει σε ελληνικά ομόλογα, χρηματιστήριο και αυξήσεις κεφαλαίου των ελληνικών τραπεζών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2014.

Αν και αρκετοί εκ των διεθνών επενδυτών εμφανίζονται εδώ και μήνες επιφυλακτικοί αναφορικά με την προοπτική περαιτέρω ανόδου των ομολόγων υψηλών αποδόσεων και χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης, οι επενδύσεις σταθερού εισοδήματος κατέγραψαν τις υψηλότερες εισροές κεφαλαίου το πρώτο μισό του 2014, με οδηγό ακριβώς αυτά τα αμοιβαία που τοποθετούνται σε ομόλογα υψηλών αποδόσεων. Τα ομολογιακά αμοιβαία απορρόφησαν καθαρές εισροές κεφαλαίων ύψους 273 δισ. δολαρίων. Τα μετοχικά αμοιβαία είδαν καθαρές εισροές 222,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων και τα μεικτά αμοιβαία εισροές ύψους 130 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Την ίδια ώρα τα αμοιβαία που επενδύουν σε ρευστότητα (money markets) σημείωσαν καθαρές εκροές ύψους 112 δισ. δολαρίων.

Αυτά τα δεδομένα αντιπαρατίθενται με την εικόνα από το αντίστοιχο εξάμηνο του 2013 οπότε και η διαθέσιμη ρευστότητα στράφηκε κυρίως σε μετοχές και όχι σε ομόλογα σε μια εξέλιξη που τότε χαρακτηρίσθηκε ως «Great Rotation». Καταλύτης βέβαια για τη διεθνή αυτή κινητικότητα των κεφαλαίων είναι οι χαμηλότατες εδώ και καιρό αποδόσεις των μετρητών με δεδομένα τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια των κεντρικών τραπεζών. Το γεγονός αυτό εμφανίζεται ικανό να απομακρύνει τα κεφάλαια από την ασφάλεια των καταθέσεων και να τα οδηγήσει να αναζητήσουν καλύτερες επιδόσεις.

Οι εκτιμήσεις της JP Morgan

Πιο αισιόδοξη για την οικονομία και τις αγορές της Ευρωζώνης εμφανίζεται η JP Morgan που προβλέπει ανάκαμψη τόσο στις ΗΠΑ όσο και στις αναδυόμενες αγορές και την Κίνα. Διαπιστώνει επίσης προοπτικές για περαιτέρω συρρίκνωση των spreads των ομολόγων της ευρωπαϊκής περιφέρειας όπως αυτά του ελληνικού Δημοσίου και έχει ως στόχο για τα spread των ιταλικών και ισπανικών ομολόγων έναντι των γερμανικών τις 110 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο. Μεταξύ των εν κυκλοφορία ελληνικών ομολόγων η JP Morgan συστήνει στους πελάτες της long θέσεις στην έκδοση που ωριμάζει τον Φεβρουάριο του 2027 και στον αντίποδα εκτιμά ως πληρέστερα αποτιμημένα εκείνα που λήγουν το 2024 και το 2030. Σημειώνει επίσης πως με βάση τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων που ανακοινώθηκαν μετά το τέλος του α΄ εξαμήνου, το 78% των αμερικανικών ομίλων και το 56% των ευρωπαϊκών έχει υπερβεί τις προβλέψεις της αγοράς, ποσοστά που είναι τα υψηλότερα των τελευταίων τεσσεράμισι ετών. Υπολογίζει δε πως η αύξηση της κερδοφορίας των ευρωπαϊκών ομίλων κινείται με ρυθμούς της τάξης του 10%. Διατυπώνει πάντως την προτίμησή της μεταξύ των εισηγμένων της Ευρωζώνης για αξιόγραφα εξαγωγικών επιχειρήσεων των οποίων μεγάλο ποσοστό των πωλήσεών τους πραγματοποιείται εκτός Ευρώπης, σε ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες. Περιμένει περαιτέρω αποδυνάμωση του ευρώ έναντι του δολαρίου και περιορισμό των διακυμάνσεων στις αγορές συναλλάγματος.

Η ΕΚΤ προσπαθεί, η πιστωτική ασφυξία παραμένει

Το πρόγραμμα της ΕΚΤ για τη χορήγηση χαμηλού κόστους χρηματοδοτήσεων ύψους έως και ενός τρισ. ευρώ προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες (T-LTRO), με στόχο την άρση της πιστωτικής ασφυξίας που επικρατεί για τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις στη Γηραιά Ηπειρο, εκτιμάται ότι δεν θα ωφελήσει παρά μόνον τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες όμως έχουν ανακτήσει, ούτως ή άλλως, πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και τις τράπεζες. Εκτίμηση που δεν συνάδει με την αισιοδοξία κάποιων για διατηρήσιμη ευρωπαϊκή ανάκαμψη. Μπορεί οι πιστωτικές συνθήκες να έχουν βελτιωθεί στην Ευρώπη κυρίως λόγω της ανάκαμψης των χρηματαγορών και της αυξημένης διάθεσης των διεθνών επενδυτών για ανάληψη ρίσκου, εντούτοις μένει να αποδειχθεί εάν οι εξαγγελίες και τα μέτρα του Mάριο Ντράγκι θα μπορέσουν να έχουν, και πότε, το επιθυμητό αποτέλεσμα στην πραγματική οικονομία.

Για την ώρα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Goldman Sachs, τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη, του χρηματοοικονομικού τομέα εξαιρουμένου, εξακολουθούν να μειώνονται, αν και με βραδύτερους ρυθμούς. Συγκεκριμένα τα δάνεια στην Ευρωζώνη περιορίστηκαν κατά 2,3 δισ. ευρώ τον Ιούνιο έναντι μείωσης κατά 8,6 δισ. ευρώ τον Μάιο, κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά στοιχεία για τον επιχειρηματικό κόσμο. Τώρα, το πρόγραμμα T-LTRO της ΕΚΤ για να μπορέσει να αναστρέψει την εικόνα αυτή θα πρέπει να γίνει διαθέσιμο και στις μικρές επιχειρήσεις, θέμα κρισιμότατο και για τους ελληνικούς ομίλους, κάτι όμως που δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζονται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ως περισσότερο επισφαλείς δανειολήπτες. Είναι όμως αυτές ακριβώς οι επιχειρήσεις που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη χρηματοδοτήσεων και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής, όπως και της ελληνικής, οικονομίας.

Οσον αφορά τα διεθνή χρηματιστήρια, η προτίμηση των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων στα ομόλογα, που διαπιστώνεται από τις ροές σε τέτοια assets, μέχρι στιγμής, το 2014 οδήγησε τις τιμές τους σε υψηλά επίπεδα πιέζοντας τις αποδόσεις τους. Και έτσι πολλοί εκ των επενδυτών με αφορμή και γεωπολιτική αστάθεια, αλλά και «ατυχήματα» όπως αυτό της πορτογαλικής Banco Espirito Santo, σπεύδουν τις τελευταίες εβδομάδες να εγγράψουν τα κέρδη τους πουλώντας μέρος των ομολογιακών τους χαρτοφυλακίων. Ομως αυτό εμφανίζει λιγότερο ελκυστικές τις αποτιμήσεις των μετοχών, αφού στα σχετικά μοντέλα των αναλυτών το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων αυξάνεται.

Το γεγονός κάνει την Goldman Sachs, όπως και άλλους μεγάλους επενδυτικούς οίκους, επιφυλακτική βραχυπρόθεσμα για τα διεθνή χρηματιστήρια. Ετσι ο αμερικανικός οίκος προχώρησε τώρα στην υποβάθμιση των εκτιμήσεών του για τις μετοχές διεθνώς και πλέον τους αποδίδει σύσταση ουδέτερη (neutral) έναντι υπέρβαρης (overweight) μέχρι πρότινος. Η σύσταση αυτή αφορά το επόμενο τρίμηνο και όπως εξηγεί ο αμερικανικός οίκος περαιτέρω άνοδος στις ομολογιακές αποδόσεις μπορεί να επιφέρει αλυσιδωτές επιπτώσεις και σε άλλες κατηγορίες επενδύσεων. Εκτιμά ειδικότερα ότι θα σημειωθεί μια τέτοια άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων λόγω της επιτάχυνσης της ανάπτυξης στις ΗΠΑ, της εκτιμώμενης κλιμάκωσης του πληθωρισμού εκεί και του περιορισμού των ανησυχιών για αποπληθωρισμό στην Ευρώπη αλλά και της βελτίωσης της εικόνας από την ιαπωνική οικονομία.

Εάν οι παράγοντες αυτοί οδηγήσουν σε ένα ευρύτερο κύμα πωλήσεων κρατικών ομολόγων όπως έγινε πριν από ένα περίπου έτος οι μετοχές θα ακολουθήσουν, σημειώνουν οι αναλυτές. Σε πιο μακροπρόθεσμο όμως ορίζοντα, και ειδικότερα σε εύρος δωδεκαμήνου, η Goldman εξακολουθεί να δίνει σύσταση «overweight» για τις μετοχές. Την ίδια ώρα βλέπει σταθερότητα στις αγορές των εμπορευμάτων αν και εκτιμά ότι υπάρχει περιθώριο ανόδου για βασικά μέταλλα όπως το νικέλιο, το παλλάδιο, ο ψευδάργυρος και το αλουμίνιο. Στον αντίποδα το καλάθι των πολύτιμων μετάλλων που παρακολουθεί, εκτιμά ότι θα υποχωρήσει σε ορίζοντα 12μήνου κατά 15%. Παράλληλα αναμένεται ενίσχυση του δολαρίου έναντι του ευρώ, μετά την επιτάχυνση της ανάπτυξης στις ΗΠΑ.

Ετσι η Goldman προβλέπει περαιτέρω αποδυνάμωση του ευρώ σε σχέση με το δολάριο, καθώς οι προβλέψεις της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό ενδέχεται να είναι υψηλότερες από τον πραγματικό, εξωθώντας την νωρίτερα σε επιθετικές κινήσεις χαλάρωσης την ώρα που το αντίθετο συμβαίνει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Οι προβλέψεις της Goldman Sachs για την ανάπτυξη της οικονομίας της Ευρωζώνης το 2014 είναι κάτω από τον μέσο όρο του συνόλου των οικονομολόγων. Εκτιμά πως το δεύτερο τρίμηνο του 2014 η οικονομία της Ευρωζώνης αναπτύχθηκε κατά 0,8%, ενώ για το τρέχον τρίτο τρίμηνο περιμένει επέκταση του ΑΕΠ κατά 1,7% και κατά 1,6% το τελευταίο τρίμηνο του έτους. Το 2015 η ανάπτυξη του πρώτου τριμήνου τοποθετείται στο 1,4% και του δευτέρου στο 1,6%.