ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μ. Γκέρτνερ: «Οι χώρες να κάνουν μηνύσεις για λανθασμένες αξιολογήσεις»

m-gkertner-oi-chores-na-kanoyn-minyseis-gia-lanthasmenes-axiologiseis-2040698

Την απαγόρευση της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των κρατών στην τρέχουσα μορφή της προτείνει μέσω της«Κ» o Μάνφρεντ Γκέρτνερ, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σεντ Γκάλεν και ένας από τους δριμύτερους επικριτές του ρόλου των οίκων αξιολόγησης στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Αναγνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον, θεωρεί τουλάχιστον ότι «πρέπει οι χώρες να έχουν τη δυνατότητα να καταθέτουν μηνύσεις κατά των οίκων αξιολόγησης για υποβαθμίσεις που θεωρούν αδικαιολόγητες». Επιπλέον, όπως σημειώνει, «ένας ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης, ανεξάρτητος τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, θα ήταν αναμφίβολα ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση».

Ο καθηγητής Γκέρτνερ χαρακτηρίζει αποκαλυπτικό το γεγονός ότι ο επικεφαλής του γερμανικού τμήματος της Standard & Poor’s απέρριψε την πρόταση για τη δυνατότητα άσκησης μηνύσεων, παρομοιάζοντας τη δυσκολία κατάρτισης ακριβών προγνώσεων πιστοληπτικής ικανότητας με τη δυσκολία πρόβλεψης των τυχερών αριθμών του λαχείου. Ο οίκος, όπως σημειώνει ο Γερμανός οικονομολόγος, σε κείμενο-απάντηση σε δημοσιεύσεις του για τη ζημιογόνο δράση του κλάδου πιστοληπτικής αξιολόγησης, καυχήθηκε ότι προέβλεψε τη χρεοκοπία της Ελλάδας πολύ προτού συμβεί. «Μόνο ένας απατεώνας θα ισχυριζόταν ότι μπορεί να προβλέψει τους αριθμούς του λαχείου, έτσι δεν είναι;» διερωτάται αιχμηρά ο κ. Γκέρτνερ.

Ο κεντρικός ισχυρισμός της κριτικής του, τον οποίο έχει αναπτύξει την τελευταία τριετία σε σειρά δημοσιεύσεων, στις περισσότερες περιπτώσεις μαζί με τους συναδέλφους του Μπιορν Γκρίσμπαχ και Φλόριαν Γιουνγκ, είναι ότι η Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρωζώνης υπέστησαν μεταξύ του 2009-2011 υποβαθμίσεις δυσανάλογης έκτασης σε σχέση με τα οικονομικά θεμελιώδη, μετατρέποντας τις προβλέψεις των οίκων σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες. «Οι διαδοχικές υποβαθμίσεις οδηγούν σε αυξήσεις των επιτοκίων, που με τη σειρά τους οδηγούν σε μια χιονοστιβάδα νέων υποβαθμίσεων και αυξήσεων των επιτοκίων, αποκλείοντας τελικά τη χώρα από τις χρηματαγορές», εξηγεί στην «Κ». Από τις έρευνες του Γερμανού καθηγητή και των συναδέλφων του έχει επίσης προκύψει ότι οι οίκοι είναι πολύ πιο επιεικείς με τις χώρες όπου έχουν την έδρα τους και με τις αγγλόφωνες χώρες γενικότερα, αλλά και ότι αντιμετωπίζουν δημόσιους οργανισμούς πολύ πιο αυστηρά από ό,τι ιδιώτες που εκδίδουν χρέους.

Ο κ. Γκέρτνερ είναι λάβρος κατά της S&P, στην οποία έχει αφιερώσει τη νεότερη επιστημονική του δημοσίευση («Standards are Poor: On competence and professional integrity at the leading rating agency»). «Δεν καταλαβαίνουν τον κίνδυνο της αυτοεκπληρούμενης προφητείας και την εύθραυστη φύση της αγοράς κρατικών ομολόγων», γεγονός το οποίο χαρακτηρίζει «φοβιστικό, δεδομένης της δύναμης που έχουν». Ο Γερμανός οικονομολόγος δεν διστάζει να πάει ακόμη παραπέρα. Κατηγορεί τον μεγαλύτερο οίκο αξιολόγησης ότι «δεν καταλαβαίνει την ίδια του τη μεθοδολογία» (μεταξύ άλλων, λόγω των ισχυρισμών της S&P ότι δεν λαμβάνει το επίπεδο των επιτοκίων στα κρατικά ομόλογα υπ’ όψιν ως κριτήριο στις αξιολογήσεις τους) και ότι αντιμετωπίζει με «ιδιαίτερα χαλαρό τρόπο» τα πραγματικά στοιχεία.

Οσο για τη διορατικότητα που διεκδικεί σχετικά με τις προβλέψεις του για την Ελλάδα ο οίκος, δεν εντυπωσιάζεται: «Η S&P είχε διατηρήσει την Ελλάδα στo τμήμα Α της κλίμακας αξιολογήσεων, που σηματοδοτεί, με δικά τους λόγια, “ισχυρή ικανότητα εξυπηρέτησης των οικονομικών της υποχρεώσεων” για μεγάλο μέρος του 2009, όταν, μήνες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, όλοι γνώριζαν ότι επέκειτο κάτι πολύ δυσάρεστο.»

Η απότομη στροφή

Μεταξύ του 2008 και του 2010, η πρακτική των οίκων αξιολόγησης άλλαξε δραματικά. Στον απόηχο της Lehman Brothers, έχοντας δεχτεί σφοδρότατη κριτική για την πλήρη αποτυχία τους να αντιληφθούν το ρίσκο των δομημένων ομολόγων και των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου, έγιναν πολύ πιο αυστηροί στις αξιολογήσεις τους. Για κάποιους σχολιαστές, η ομοβροντία υποβαθμίσεων κρατών από το 2009 και μετά ήταν μια υπερβολική αντίδραση εκ μέρους του κλάδου στη μομφή της χαλαρότητας που τους ακολουθούσε παντού εξαιτίας των ρόδινων αξιολογήσεων των χρηματοοικονομικών προϊόντων της Wall Street και του City προ κρίσης.

Για τον καθηγητή Γκέρτνερ, η ερμηνεία αυτή δεν είναι πειστική. «Η δική μου εξήγηση είναι η εξής: το σοκ της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης είχε δημιουργήσει ευρεία συναίνεση για την ανάγκη χαλιναγώγησης των χρηματαγορών. Αυτή η προοπτική τρόμαξε τους οίκους αξιολόγησης και τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, που έβλεπαν ότι θα πληγεί η κερδοφορία τους. Μία στρατηγική για να αποτραπούν οι κυβερνήσεις από το να εφαρμόσουν αυτά τα σχέδια ήταν να ξεκινήσει μία φωτιά αλλού που θα τις ανάγκαζε να ανακατευθύνουν τις δυνάμεις τους και θα τις κρατούσε απασχολημένες. Αντί για τις δυσλειτουργικές χρηματαγορές, οι νέοι υπαίτιοι ήταν οι ίδιες οι κυβερνήσεις. Και η συνεχής επανάληψη του μάντρα περί χωρών που ζούσαν πέρα από τις δυνατότητές τους απέκρυπτε βολικά ότι οι κρατικοί προϋπολογισμοί οδηγήθηκαν στο βαθύ κόκκινο ακριβώς ως έμμεση ή άμεση συνέπεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης».

«Δεν θα μάθουμε ποτέ με ακρίβεια τι θα συνέβαινε στην Ελλάδα αν δεν είχε υπάρξει η παρέμβαση των οίκων αξιολόγησης», καταλήγει ο κ. Γκέρτνερ. Κατά την εκτίμησή του, ωστόσο, οι συνεχείς υποβαθμίσεις και προειδοποιήσεις υποβαθμίσεων, που το 2010-11 «ήταν σαν να δημοσιεύονται σε καθημερινή βάση», διατήρησαν τις χρηματαγορές σε «κατάσταση πανικού» και κατέστησαν την προσπάθεια σταθεροποίησης της οικονομίας της Ευρωζώνης «πολύ πιο δύσκολη και δαπανηρή».