ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανοίγει ο δρόμος για προσφυγή μισθωτών στο άρθρο 99

anoigei-o-dromos-gia-prosfygi-misthoton-sto-arthro-99-2045472

Την επέκταση του πτωχευτικού νόμου που ισχύει για τις επιχειρήσεις και για όσους δεν ασκούν εμπορική δραστηριότητα, δηλαδή τους μισθωτούς, δρομολογεί το υπουργείο Ανάπτυξης, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει ένα πιο αποτελεσματικό πλαίσιο για τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων των φυσικών προσώπων.

Η δυνατότητα ένταξης στο γνωστό άρθρο 99 και των μισθωτών στόχο έχει να αναγνωρίσει και στον ιδιώτη –όπως στον επιχειρηματία– το δικαίωμα της αποτυχίας ή του λάθους. Προϋπόθεση η αποδεδειγμένη αδυναμία να αποπληρώσει τα χρέη του, τα οποία μπορούν υπό προϋποθέσεις να διαγραφούν, δίνοντας έτσι την ευχέρεια να απαλλαγεί από αυτά οριστικά και παρέχοντας έτσι μια δεύτερη ευκαιρία.

Η επέκταση του πτωχευτικού νόμου και στα φυσικά πρόσωπα εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει αντισταθμιστικά στον πτωχευτικό νόμο για τα νοικοκυριά, δηλαδή τον νόμο Κατσέλη, περιορίζοντας το κύμα των μαζικών αιτήσεων που κατατίθενται για ένταξη στον νόμο και οι οποίες αυξάνονται καθημερινά, με αποτέλεσμα σήμερα να αριθμούν περί τις 140.000. Η μαζική προσφυγή στον νόμο Κατσέλη έχει προκαλέσει συμφόρηση στα Ειρηνοδικεία της χώρας και είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ, σύμφωνα με τον νόμο, η επικύρωση της αίτησης θα πρέπει να προσδιοριστεί εντός διμήνου, μόλις στο 0,63% των περιπτώσεων τηρείται η προθεσμία από τα Ειρηνοδικεία της Αττικής, ποσοστό που φθάνει το 4,83% στην υπόλοιπη χώρα. Αντίστοιχα, ενώ η συζήτηση της αίτησης θα πρέπει να γίνει εντός έξι μηνών, μόλις στο 1,95% των περιπτώσεων στην Αττική τηρείται η σχετική προθεσμία, ενώ στην υπόλοιπη χώρα το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει μόλις το 8%. Το «έμφραγμα» στα δικαστήρια της χώρας παραπέμπει την εκδίκαση των υποθέσεων ακόμη και μετά το 2026, με συνέπεια να αναζητούνται τρόποι επίσπευσης του χρόνου εκδίκασης των αιτήσεων. Η προσπάθεια να γίνει υποχρεωτική η εξωδικαστική διαμεσολάβηση προσκρούει στο κοινοτικό δίκαιο, που ορίζει ότι ο εξωδικαστικός συμβιβασμός δεν μπορεί να επιβληθεί ως υποχρεωτική διαδικασία, ενώ η εθελοντική προσφυγή στη χώρα μας έχει αποτύχει παταγωδώς, επιβεβαιώνοντας ότι η λειτουργία του θεσμού προϋποθέτει κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από κουλτούρα διαλόγου και συνεννόησης.

Η διεύρυνση του άρθρου 99, δίνοντας τη δυνατότητα να ενταχθούν σε αυτό και τα φυσικά πρόσωπα χωρίς εμπορική δραστηριότητα, εκτιμάται ότι θα στρέψει έναν σημαντικό αριθμό οφειλετών στο νέο καθεστώς, το τελικό πλαίσιο του οποίου ωστόσο είναι σε φάση επεξεργασίας και δεν έχει διαμορφωθεί με σαφήνεια τι θα προβλέπει. Με βάση τις εκτιμήσεις, βασικό πλεονέκτημα για τον οφειλέτη από την ένταξή του στον νέο νόμο εκτιμάται ότι θα αποτελέσει η δυνατότητα να ρυθμίσει όχι μόνο τα χρέη προς τις τράπεζες και τους ιδιώτες, αλλά και τα χρέη προς το Δημόσιο ή τα ασφαλιστικά ταμεία. Να σημειωθεί ότι ο πτωχευτικός νόμος (3588/2007) ισχύει σήμερα μόνο για εμπόρους, Α.Ε., ΕΠΕ, Ο.Ε. και τα άλλα νομικά πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα (π.χ. συνεταιρισμούς) και εξαιρεί τα φυσικά πρόσωπα, για τα οποία ισχύει το πτωχευτικό δίκαιο για ιδιώτες, δηλαδή ο γνωστός νόμος Κατσέλη. Η διαφορά του πτωχευτικού νόμου για τις επιχειρήσεις είναι ότι στη ρύθμιση του χρέους μπορούν να ενταχθούν όχι μόνο οι οφειλές προς τις τράπεζες ή τους ιδιώτες, αλλά και οφειλές προς το Δημόσιο, σε αντίθεση με τον νόμο Κατσέλη για τα φυσικά πρόσωπα, που επιτρέπει την ένταξη μόνο των οφειλών προς τράπεζες και ιδιώτες.

Στο πλαίσιο του πτωχευτικού δικαίου για τις επιχειρήσεις, ο νόμος ορίζει ότι το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, φορείς κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης μπορούν να συναινούν σε μείωση των απαιτήσεών τους κατά του οφειλέτη με τους ίδιους όρους που θα μείωνε τις απαιτήσεις του υπό τις αυτές συνθήκες ιδιώτης δανειστής, καθώς και να παραιτούνται από προνόμια και εξασφαλίσεις ενοχικής ή εμπράγματης φύσεως. Το περιεχόμενο της συμφωνίας με τους δανειστές είναι ελεύθερο και μπορεί να οδηγεί σε μείωση των απαιτήσεων, σε παράταση του χρόνου εξόφλησης ή σε άλλες διευκολύνσεις, σε μετατροπή του χρέους σε μετοχές που λαμβάνουν οι δανειστές, σε ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη προς ικανοποίηση των χρεών κ.λπ.

Με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του νομικού προσώπου εξαντλείται και η υποχρέωσή του έναντι των δανειστών ή των οφειλετών του, οι οποίοι δεν μπορούν σε μεταγενέστερο χρόνο να εγείρουν απαιτήσεις, ακόμη και αν ο οφειλέτης αποκτήσει στο μέλλον περιουσία.