ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Άποψη: Μπορεί να υπάρξει ενδιάμεση συμφωνία;

apopsi-mporei-na-yparxei-endiamesi-symfonia-2081063

​​αναδόμηση του οικονομικού επιτελείου και η περιθωριοποίηση του υπουργού Οικονομικών στις διαπραγματεύσεις είναι φυσικά άμεση απόρροια όσων συνέβησαν στη Ρίγα της Λεττονίας. Είναι όμως και ομολογία της αποτυχίας της διαπραγματευτικής τακτικής των τελευταίων τριών μηνών. Ολο αυτό το διάστημα, η κυβέρνηση επέδειξε μια εντυπωσιακή άγνοια των βασικών λειτουργιών των θεσμών της Ευρωζώνης, όπου απλώς δεν υπάρχουν πολιτικές συμφωνίες χωρίς στέρεο τεχνικό υπόβαθρο. Παρά τις προειδοποιήσεις, υπερεκτίμησε τη διαπραγματευτική της ισχύ και υποτίμησε την ισχύ των κανόνων αλλά και την πολιτική πραγματικότητα στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Ετσι οδηγηθήκαμε στην πλήρη περιθωριοποίηση ενώ η χώρα αφέθηκε στα χέρια του κ. Βαρουφάκη ο οποίος την οδηγούσε μεθοδικά στο να δοκιμάσει τη συνταγή της «χρεοκοπίας εντός του ευρώ» την οποία υποστηρίζει δημόσια χρόνια τώρα.

Παράλληλα, η αναδόμηση σηματοδοτεί και μια κρίσιμη αλλαγή τακτικής από τον κ. Τσίπρα. Μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσε η αίσθηση ότι η κυβέρνηση παρά τα όσα έλεγε δεν επεδίωκε στην πραγματικότητα ενδιάμεση συμφωνία έως τέλος Απριλίου, όπως προέβλεπε η συμφωνία του Eurogroup του Φεβρουαρίου. Αντίθετα, έμοιαζε να θέλει να πάει τα πράγματα στα άκρα και να τα παίξει «όλα για όλα» σε μια συμφωνία για το νέο «αναπτυξιακό συμβόλαιο» μέχρι τέλος Ιουνίου. Αυτό τώρα αλλάζει ― είναι προφανές ότι η κυβέρνηση πλέον επιδιώκει διακαώς μια ενδιάμεση συμφωνία άμεσα. Γιατί αυτή η αλλαγή; Προφανώς την επέβαλαν τα ταμειακά διαθέσιμα. Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι απλώς αυτά δεν επαρκούν για να στηρίξουν μια διαπραγμάτευση μέχρι τον Ιούνιο.

Το πρόβλημα φυσικά είναι ότι αυτό το έχουν αντιληφθεί και οι εταίροι, των οποίων η στρατηγική από την αρχή -και ορθά- στηρίχθηκε στο δόγμα ότι ο χρόνος δεν δουλεύει υπέρ της Ελλάδας. Τώρα λοιπόν που η κυβέρνηση ανέκρουσε πρύμναν, γεννάται το ερώτημα: οι εταίροι θέλουν πράγματι ενδιάμεση συμφωνία ή θα προτιμούσαν να πάνε με τη σειρά τους τα πράγματα στα άκρα; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ανάμεσα στους εταίρους, φαίνεται πως υπάρχουν κάποιοι -το ΔΝΤ και μερικές ευρωπαϊκές χώρες- οι οποίοι έχουν καταλήξει πως μια ενδιάμεση συμφωνία με κάποιας μορφής εκταμίευση μπορεί να στείλει λάθος μήνυμα διαλλακτικότητας στην ελληνική κυβέρνηση και άρα να δυσκολέψει την τελική μεγάλη συμφωνία. Σύμφωνα με αυτή τη λογική (η οποία εν μέρει χρησιμοποιήθηκε και με την κυβέρνηση Σαμαρά), καλύτερα οι καθαρές λύσεις, ακόμα και αν οδηγήσουν σε πιστωτικό επεισόδιο και περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων. Είναι μια λάθος και επικίνδυνη λογική για τη χώρα.

Υπάρχουν όμως οι προϋποθέσεις ώστε επί της ουσίας να υπάρξει ενδιάμεση συμφωνία; Παρά τα θετικά μηνύματα που εκπέμπει η κυβέρνηση τις τελευταίες ημέρες, η απόσταση που τη χωρίζει από τους εταίρους είναι μεγάλη. Στο δημοσιονομικό μέτωπο, είναι αδύνατο να δει κανείς πώς μπορεί να καλυφθεί το φετινό δημοσιονομικό κενό -έστω και για ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1,2%-1,5%- χωρίς «σκληρά» μέτρα που ξεπερνούν σαφώς τα όσα φαίνεται να βάζει στο τραπέζι και στο πολυνομοσχέδιο η κυβέρνηση. Στα διαρθρωτικά, ακόμα και αν τα εργασιακά πάνε στη μεγάλη διαπραγμάτευση, δεν μπορεί να υπάρξει ενδιάμεση συμφωνία χωρίς σημαντικές παραχωρήσεις στο συνταξιοδοτικό ― πέρα από την αυτονόητη αναβολή της 13ης σύνταξης, της αύξησης του ελάχιστου μισθού και άλλων συναφών πολιτικών.

Στόχος της κυβέρνησης φαίνεται πως είναι μια μερική συμφωνία με τους εταίρους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του 1,9 δισ. ευρώ των κερδών που παρακρατά η ΕΚΤ και έχει συμφωνηθεί να περιέλθουν στην Ελλάδα ή/και την αύξηση του πλαφόν για την έκδοση εντόκων γραμματίων. Είναι σαφώς ένας πολύ πιο περιορισμένος στόχος από την απελευθέρωση της δόσης των 7 δισ. που εκκρεμεί. Δεδομένου του λίγου χρόνου που απομένει, της δυστοκίας λήψης μέτρων αλλά και της ελάχιστης απόστασης ανάμεσα στην ενδιάμεση και στη -δυνητική- τελική συμφωνία, είναι ίσως ο μόνος ρεαλιστικός στόχος. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι και επιτεύξιμος, ακόμα και αν συμφωνηθεί το 1,9 δισ. να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την αποπληρωμή δόσεων προς το ΔΝΤ (και βέβαια η αύξηση του πλαφόν για τα έντοκα θα μειώσει περαιτέρω τη ρευστότητα στις τράπεζες και στην πραγματική οικονομία).

Η κυβέρνηση αυτοπαγιδεύτηκε στη λανθασμένη στρατηγική που ακολούθησε από την εκλογή της, απόρροια των προεκλογικών της δεσμεύσεων, της ιδεοληψίας της αλλά και της απειρίας της. Τώρα που κατάλαβε το λάθος και επιχειρεί να το διορθώσει, ας ελπίσουμε ότι δεν είναι ήδη αργά. Για να τα καταφέρει, πρέπει να αντιληφθεί πως ο πήχυς έχει μπει πολύ ψηλά. Η ενδιάμεση συμφωνία θα πρέπει να έχει τέτοια στοιχεία που θα πείσει τους δανειστές ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να κάνει τη μεγάλη στροφή. Θα χρειαστεί δηλαδή οι προτάσεις της κυβέρνησης να ακυρώσουν τις -συχνά προσχηματικές- ενστάσεις που θα υποβάλουν οι εταίροι. Θα χρειαστεί η κυβέρνηση να φέρει και να περάσει μέτρα από τη Βουλή που θα τη φέρουν αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό. Θα είναι όμως μια πράξη ορθολογισμού και ρεαλισμού ― αλλά και μια πολιτική άσκηση με την οποία θα τεστάρει τις αντοχές της και τους πραγματικούς της συμμάχους μπροστά στη «μάχη όλων των μαχών» που ακολουθεί.