ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Άποψη: Φορολογική πολιτική και ανάπτυξη

apopsi-forologiki-politiki-kai-anaptyxi-2081075

Η ​​φορολογική πολιτική είναι βασική συνιστώσα της ανάπτυξης και αποσπασματικά μέτρα επιδεινώνουν τη μεγάλη ύφεση. Απουσιάζει ο διάλογος για φορολογική πολιτική συνεπή με την ανάπτυξη και τον απεγκλωβισμό των Ελλήνων από τη μιζέρια. Χωρίς στέρεη ανάπτυξη, «κοινωνικά ευεργετήματα» μόνο προσωρινή (με εξαίρεση στοχευμένα μέτρα) ανακούφιση παρέχουν: η κρίση απέδειξε ότι παροχές με δανεικά τα πληρώνει πολλαπλά ο λαός. Βασικό ερώτημα: είναι το φορολογικό βάρος (Φ.Β.) μεγάλο (38% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη [Ε.Ζ.] και Ε.Ε. 41%) και υπάρχουν περιθώρια αύξησης των φορολογικών συντελεστών (Φ.Σ.); Τα περιφερειακά κράτη έχουν μικρό Φ.Β. (Ισπανία – Ιρλανδία 34%, Πορτογαλία 37%) λόγω ελλιπούς ανταποδοτικότητας (υποβαθμισμένες κρατικές υπηρεσίες), που το αναπληρώνουν οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί, οιονεί φόροι για φροντιστήρια, ιδιωτικά σχολεία και υγεία. Η Ελλάδα έχει πρόσθετες επιβαρύνσεις (χρέος, εξοπλισμούς, φοροδιαφυγή [Φ.Δ.]).

41% είναι αποδεκτό υπό ομαλές συνθήκες, τώρα όμως που λόγω της πρωτόγνωρης ύφεσης η φοροδοτική ικανότητα (Φ.Ι.) της οικονομίας είναι περιορισμένη, η αύξηση των Φ.Σ. θα έχει αρνητικές επιδράσεις στην ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή. Α) Η εξαντλημένη ελληνική οικονομία (26% μείωση του ΑΕΠ και 10% κάτω από το δυνητικό ΑΕΠ – στην Ε.Ζ. 2 ½, συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού και ανεπαρκείς τραπεζικοί πόροι) έχει μειωμένη Φ.Ι., το μόνο περιθώριο είναι η μείωση της Φ.Δ. Μελέτη της ΕΚΤ δείχνει ότι η αύξηση της φορολογίας σε κράτη σε βαθιά ύφεση φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα από το ζητούμενο (is self-defeating) ― η περιοριστική επίδραση οδηγεί σε μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ και ο λόγος χρέους/ΑΕΠ αυξάνει αντί να μικραίνει. Ολοι συμφωνούν ότι η αρνητική επίπτωση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην οικονομία είχε επανειλημμένα υποτιμηθεί. Σύμφωνα με την Ευρ. Επιτροπή, εάν το ΑΕΠ φθάσει το δυνητικό ΑΕΠ (μηδέν παραγωγικό κενό), η Ελλάδα θα είχε πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 7% του ΑΕΠ (σήμερα περίπου 0), που υπογραμμίζει τη μειωμένη Φ.Ι. κρατών σε μεγάλη ύφεση. Β) Το βάρος θα το φέρουν πάλι τα συνεπή αστικά μεσαία στρώματα, ιδιαιτέρα μισθωτοί και συνταξιούχοι των οποίων η Φ.Ι. έχει εξαντληθεί έπειτα από την 38% μείωση του καθαρού διαθέσιμου οικογενειακού εισοδήματος (περίπου 50% της μεσαίας τάξης που φέρει δυσανάλογο Φ.Β.): για να ικανοποιηθούν βασικές ανάγκες, τα νοικοκυριά «τραβάνε» από τη σημαντικά μειωμένη αποταμίευσή τους, δηλ. αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης 6% (θετικό 12% στην Ε.Ζ.). Αυτό εξηγεί την ανεπάρκεια εθνικών πόρων για την ανάπτυξη (αποεπένδυση, η μόνη Ε.Ε. χώρα της οποίας το παραγωγικό δυναμικό μειώνεται).

Συνολικά οι επιχειρήσεις είναι ζημιογόνες και μόνο λίγες έχουν αξιοπρεπή κέρδη. Σε περίοδο έλλειψης ρευστότητος, αύξηση των Φ.Σ. οδηγεί σε μείωση των επενδύσεων, και πολλές κερδοφόρες θα γυρίσουν σε ζημιογόνες η θα φύγουν στο εξωτερικό με αποτέλεσμα οι συνολικές φορολογικές εισπράξεις να μειωθούν. Οι επιχειρηματίες για να αποφύγουν το βαρύ χέρι του κράτους θα πληρώσουν τους φόρους εις βάρος της εξυπηρέτηση των δανείων: τα προβληματικά δάνεια θα αυξηθούν (ήδη 1/3 περίπου) και οι τράπεζες θα αυξήσουν τα κεφάλαιά τους: αύξηση του δημοσίου χρέους. Το χειρότερο είναι ότι θα πληγούν και υγιείς επιχειρήσεις εμποδίζοντας την ανάπτυξη, καθώς οι επιχειρηματικές επενδύσεις είναι αναγκαία προϋπόθεση της ανάπτυξης.

Ο φορολογικός ανταγωνισμός έχει γίνει εργαλείο ανάπτυξης (τα πρώην κομμουνιστικά κράτη, αλλά όχι μόνο, έχουν πολύ χαμηλή φορολογία επί των κερδών 10%-20%) και το Φ.Β. είναι γύρω στο 32% του ΑΕΠ (περίπου 28% σε Βουλγαρία – Ρουμανία και 33% Πολωνία, Λιθουανία, Σλοβακία κ.λπ.). Η χαμηλή φορολογία είναι μεγάλο κίνητρο για ξένες επενδύσεις πού είναι βασικός πυλώνας της ανάπτυξης: συμπληρώνουν την έλλειψη εθνικής αποταμίευσης, εισάγουν προηγμένη τεχνολογία και αντισταθμίζουν αλλά μειονεκτήματα. Η Ελλάδα ίσως έχει τα περισσότερα: γραφειοκρατία, πολυνομία και βραδεία απονομή δικαιοσύνης (έως 10 χρόνια, στην Ε.Ε. 2-3), έλλειψη υποδομών, υψηλό μεταφορικό κόστος και κόστος χρήματος, ενέργειας. Αυτά αθροιζόμενα δεν την καθιστούν ελκυστική σε ξένες άμεσες επενδύσεις (εκτός τουρισμού και τράπεζες που ιστορικά είχαν πολύ καλή επίδοση): στην Ε.Ε. είναι η τελευταία (στην Πορτογαλία 5πλάσιες της Ελλάδος, Ρουμανία 3πλάσιες, Ισπανία 20πλάσιες, στη μικρή Σλοβακία 3πλάσιες). Αυτά τα κράτη συμμετέχουν στη «διεθνή αλυσίδα αξίας» (global value chain, παράγουν μέρος ενός προϊόντος) και καθώς οι ξένες άμεσες επενδύσεις (ιδιαίτερα υψηλής προστιθέμενης αξίας) επιτρέπουν μόνιμη αύξηση μισθών και απασχόλησης, αυτά ανέκαμψαν γρήγορα από την ύφεση.

Σε πολλές χώρες (και με Δημόσιο ποιότητος) έντονη προοδευτικότητα και υψηλοί οριακοί (50%) Φ.Σ. εισοδήματος φυσικών προσώπων εντείνουν τη φυγή εγκεφάλων (brain drain): επιχειρηματιών, στελεχών με ανώτατη έως μεσαία παιδεία ― αντίθετα πολλά κράτη (Ολλανδία, Αγγλία) δίνουν φορολογικά κίνητρα για να τα προσελκύσουν. Η Ελλάδα παραδοσιακά έχανε ένα μεγάλο ποσοστό των μορφωμένων παιδιών της (μετά τις σπουδές έμεναν στο εξωτερικό). Η υψηλή φορολογία εντείνει την τάση αυτή με αποτέλεσμα να αποψιλώνεται ο κορμός της κοινωνίας. Με την κρίση χάσαμε επιπλέον περί τους 100.000 δυναμικούς πολίτες που αναδεικνύονται διεθνώς σε πολλούς τομείς (διακρινόμαστε για τη διαθεσιμότητα ψηφιακής τεχνολογίας, επιστήμονες και μηχανολόγους). Η συρρίκνωση του ανθρώπινου κεφαλαίου, του κυριότερου συντελεστή ανάπτυξης, οδηγεί σε πολιτισμική, κοινωνική και οικονομική οπισθοδρόμηση και παρατείνει την πολυδιάστατη κρίση.

Ο καθηγητής και φίλος μου Σάκης Καράγιωργας έλεγε «η υψηλή φορολογία είναι αναποτελεσματική ― ωθεί προς τη φοροδιαφυγή και μειώνονται τα φορολογικά έσοδα».

* Ο κ. Τάκης Θωμόπουλος είναι οικονομολόγος.