ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Τράπεζα BRICS και Ελλάδα

apopsi-trapeza-brics-kai-ellada-2083515

Ο υφυπουργός Οικονομικών της Ρωσίας προσκάλεσε την Ελλάδα να συμμετάσχει ως μέλος στην υπό διαμόρφωση Αναπτυξιακή Τράπεζα των BRICS. Πόσο εφικτή είναι αυτή η προοπτική και τι υποκρύπτει η ρωσική πρόταση;

Το κόστος συμμετοχής, σε περίπτωση τήρησης του καταστατικού, είναι απαγορευτικά υψηλό, ενώ σημειώνεται πως το εν λόγω αφορά σε μόχλευση κεφαλαίων και επενδυτικά σχέδια, αλλά δεν εξυπηρετεί εξαγορά χρέους. Τυχόν ελληνική παρουσία θα διαφοροποιούσε το προφίλ του εν λόγω σχήματος, επιβεβαιώνοντας τη διάθεση στήριξης και σε ανεπτυγμένες, «προβληματικές» οικονομίες, ακόμη και του συστημικού μπλοκ, προκειμένου να προστρέξουν σε βοήθεια περισσότερα κράτη, αξιοποιώντας την ευκαιρία της προσφοράς/δυναμικής. Πάντως, η χρηματοδότηση, ακόμη και με ευνοϊκότερους όρους εν συγκρίσει με άλλους οργανισμούς, εύλογα θα εγείρει πολιτικές διεκδικήσεις, που ίσως αποδειχθούν μη διαχειρίσιμες. Επιπλέον στοιχείο προβληματισμού αποτελεί η σύνθεση, δεδομένης της αρνητικής στάσης κάποιων μελών (π.χ. Βραζιλία) στο ΔΝΤ έναντί μας.

Στο πολιτικό πεδίο, η αποφασιστικότητα Μόσχας – Αθήνας να συζητήσουν τρόπους στήριξης της δεύτερης μέχρι πού δύναται να φτάσει; Είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής προσέγγισης ή περισσότερο τακτική παραπλάνηση με απώτερο στόχο να ταρακουνηθούν συγκεκριμένοι κύκλοι; Η Ρωσία, από την πλευρά της, αν και στο πρόσφατο παρελθόν δεν μας διευκόλυνε κατά το ελάχιστο (π.χ. καμία περίοδος χάριτος στην αποπληρωμή αερίου), πλέον φέρνει στο τραπέζι μεγαλεπήβολα σχέδια. Ωστόσο, κανένα δεν μπορεί να επιφέρει έμπρακτα αποτελέσματα για τη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία. Είτε το Κρεμλίνο αντιλαμβάνεται τους περιορισμούς στη συνεργασία με την Αθήνα ή δεν μπορεί αντικειμενικά να προσφέρει χειροπιαστά οφέλη μέσα από συνέργειες, είτε κρίνει ότι το ρίσκο εμπλοκής είναι υψηλό και δεν επιτρέπει δεσμεύσεις παρά θερμές διακηρύξεις ή χρησιμοποιεί την εξασθενημένη διαπραγματευτική μας θέση για να στείλει μηνύματα προς άλλους αποδέκτες (Ε.Ε. – ΗΠΑ).

Η Ρωσία επιχειρεί να προσεταιριστεί την εύπλαστη –λόγω κρίσης– κοινή γνώμη, συγκρινόμενη με τους «δύστροπους» πιστωτές, ωστόσο, ο κίνδυνος συνίσταται στην εσκεμμένη καλλιέργεια ψευδαισθήσεων περί «άλλου δρόμου» αν εκτροχιαστεί το ελληνικό πρόγραμμα, άποψη με την οποία «φλερτάρουν» ορισμένοι αδαείς. Παράλληλα, δίνει την εντύπωση ότι η Μόσχα διατηρεί εργαλεία επιρροής στην αντιπαράθεσή της με τη Δύση, εκμεταλλευόμενη κάθε ευκαιρία που της δίνεται με απογοητευμένους συμμάχους, οι οποίοι αισθάνονται τη θέση τους επισφαλή. Πάνω ακριβώς σε αυτήν την αβεβαιότητα βασίζει την πολιτική του το Κρεμλίνο, χωρίς, εντούτοις, να είναι σε θέση –ούτε θέλει– να υποκαταστήσει ττους παραδοσιακούς μας συμμάχους. Απλώς στοχεύει στην πρόκληση παροδικής σύγχυσης, αλλά και στη συστηματικότερη αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού μοντέλου εκ των έσω. Το σοβαρότερο πρόβλημα, όμως, έγκειται στην εμφανή αδυναμία του να αποτελέσει ρεαλιστική εναλλακτική ή πόλο έλξης για κράτη πέραν του μετασοβιετικού χώρου.

Η Ελλάδα ασφαλώς αντιλαμβάνεται τις πιθανές επιπλοκές με την ανάμειξή μας στους σχεδιασμούς του ετερόκλητου σχηματισμού των BRICS για τη δημιουργία ενός παράλληλου θεσμικού οικονομικού συστήματος, μη ελεγχόμενου, αν όχι αναθεωρητικού απέναντι στη Δύση. Ευρισκόμενη σε φάση διερεύνησης, με αβέβαιη κατάληξη και μακριά από άμεσες αποδόσεις για την ελληνική οικονομία, η κίνηση ενδεχομένως να εκληφθεί ως διπλωματικό τέχνασμα, κλονίζοντας όχι τη διαπραγματευτική αυτοπεποίθηση, αλλά την εμπιστοσύνη των εταίρων μας. Δεδομένου του προβληματικού περιβάλλοντος και momentum, μοιάζει χρησιμότερο να εστιάσουμε σε ρεαλιστικές, πρακτικού αντικρίσματος, πολιτικές ουσιαστικής εμβάθυνσης των ελληνορωσικών σχέσεων, αντί μακρόπνοων ιδεών, συμβολικού περισσότερο χαρακτήρα.

* Διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.