ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Είδος προς εξαφάνιση οι αποδείξεις

eidos-pros-exafanisi-oi-apodeixeis-2089221

Η χαριτωμένη σερβιτόρα στο καφέ του Κολωνακίου βάζει τα δύο ευρώ στην τσέπη, κι εγώ λαμβάνω ένα χαμογελαστό «ευχαριστώ!» σε αντάλλαγμα. Ο νεαρός που φέρνει την μπουκάλα υγραερίου στο σπίτι υποδέχεται χαρούμενα το πουρμπουάρ για τη φιάλη που την ανέβασε δύο ορόφους με τα πόδια, παίρνει την παλιά μπουκάλα και φεύγει κεφάτος. Ο μηχανικός που μου αλλάζει τα λάστιχα στο αυτοκίνητο μου δείχνει με περηφάνια τα καινούργια ελαστικά. «Μόνο για σένα», λέει, «50 ευρώ έκπτωση». Υστερα ενθυλακώνει τα υπόλοιπα 50ευρα, ενώ μου εύχεται «καλό δρόμο!». Και για απόδειξη, κανείς απ’ τους τρεις δεν κάνει ούτε νύξη.

Είναι σαν να έχει γυρίσει ο χρόνος πίσω: οι ταμειακές μηχανές ζουν περίοδο αγρανάπαυσης, ενώ σε κάθε συναλλαγή όλο και πιο πολλοί καταστηματάρχες σφυρίζουν αδιάφορα στο τέμπο της φοροκλοπής. «Δεν βγαίνει αλλιώς ο λογαριασμός», μου λέει ο Χ., ο νεαρός ιδιοκτήτης εστιατορίου, που τον ξέρω πολύ πριν από την κρίση, και νιώθει ασφαλής να μιλήσει ανοιχτά. «Ή θα το κλείσω το μαγαζί, ή θα κόβω το ένα τέταρτο των αποδείξεων». Η επόμενη ατάκα από μόνη της, κάνει τα πράγματα ξεκάθαρα: «όποιος μαγαζάτορας βλέπεις και αντέχει στον κλάδο της εστίασης, το ίδιο μ’ εμένα κάνει», λέει. «Αν μπεις σαν πελάτης στο μαγαζί και δεν σε ξέρει καθόλου, κόβει απόδειξη. Αλλά αν σ’ έχει ξαναδεί έστω και μία φορά, σε κερνάει κάτι, και όταν έρθει η ώρα για τον λογαριασμό, σε χτυπάει στην πλάτη και σου λέει “άντε στην υγειά μας”!».

Είναι ο κλασικός «κανόνας της οικειότητας» – αν εξαιρέσει κανείς το σούπερ μάρκετ και το βενζινάδικο, που δεν μπορούν να μην κόψουν απόδειξη, στο σύμπαν της Αθήνας όλο και περισσότεροι καταστηματάρχες επαναστατούν. Στον φούρνο των Εξαρχείων η κοπέλα πίσω απ’ τον πάγκο μου χαμογελά συνωμοτικά καθώς μου δίνει τη φρατζόλα, και στο παντοπωλείο των Αμπελοκήπων ο ιδιοκτήτης ξεκινά την γκρίνια για «τη φοροκαταιγίδα που μας χτύπησε» με το που με βλέπει. Οταν πια φτάνουμε στο ταμείο, είναι αδύνατον να βρω το θάρρος να ζητήσω απόδειξη.

«Αν έκαναν σοβαρούς ελέγχους, τίποτε απ’ αυτά δεν θα συνέβαινε», μου εξηγεί ο Χ. «Ολοι μας, κι εγώ μαζί, όσο γίνονταν έλεγχοι, παίζαμε τα πλήκτρα της ταμειακής σαν το πιάνο – δεν σταμάταγε όλο το βράδυ. Τώρα περιμένουν πως θα πειθαρχήσει ο κόσμος από μόνος του. Αλλά αυτό είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας». Στον αντίποδα, φυσικά, υπάρχουν πάντοτε πελάτες που εκνευρίζονται απ’ την απουσία του μικρού, λευκού χαρτιού στο τραπέζι τους. «Δεν με νοιάζει τι σχέσεις έχουν με το κράτος», λέει η Κ. που είναι δασκάλα και δηλώνει το εισόδημά της ώς το τελευταίο ευρώ. «Με νοιάζει που κλέβουν σε βάρος μου. Το πετ σοπ προχθές μου έστειλε 70 ευρώ τροφές στο σπίτι χωρίς καμία έκπτωση, και όταν ζήτησα την απόδειξη με κοίταξε ο νεαρός στραβά. “Αν θέλετε μπορείτε να πάτε να την παραλάβετε απ’ το ταμείο του καταστήματος”, μου απάντησε». Αλλά όσο κι αν η Κ. εκνευρίζεται, η πραγματικότητα είναι μία: ο κόσμος της αγοράς συνεχίζει να γυρίζει, έστω και χωρίς αποδείξεις.

Κι έτσι, την επομένη κάθομαι σ’ ένα εστιατόριο στον Πειραιά. Κανείς απ’ την παρέα δεν έχει ξαναπάει, αλλά ο ιδιοκτήτης, ένας εξηντάρης με μουστάκι, είναι απ’ την αρχή πολύ φιλικός. Οταν έρχεται η ώρα της πληρωμής, αντιλαμβανόμαστε γιατί τόση ώρα έφτιαχνε κλίμα οικειότητας. «Λοιπόν παιδιά…», κάνει σκυμμένος στο τραπέζι μας. «Θέλετε 20% έκπτωση, ή να κόψω απόδειξη; Διαλέξτε και πείτε μου!». Ενώ όλοι οι άλλοι βλέπουν θετικά τη συμμαχία κατά της εφορίας, ένας απ’ την παρέα γίνεται έξαλλος: «Είμαστε σοβαροί;» λέει ο Π. «Εμένα με φορολογούν ανελέητα, κι αυτός εδώ πλουτίζει στην υγεία του κορόιδου;». Μαντέψτε ποια ήταν η τελική επιλογή.