ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ανικανότητα της Αθήνας, της Ε.Ε., της ΕΚΤ και του ΔΝΤ

i-anikanotita-tis-athinas-tis-e-e-tis-ekt-kai-toy-dnt-2091277

Η ελληνική κρίση κλιμακώθηκε περαιτέρω. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των πιστωτών της κατέρρευσαν και ακολούθησαν κεφαλαιακοί έλεγχοι. Το επόμενο βήμα της ελληνικής κυβέρνησης είναι να εκδώσει το αντίστοιχο υποσχετικών ώστε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Φαίνεται ότι η χώρα έχει μπει στον ολισθηρό δρόμο της εξόδου από το ευρώ. Πολλοί από τους οικονομολόγους είχαν αμφισβητήσει ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο και ειδικότερα εγώ είχα θεωρήσει πριν από μια δεκαετία ότι η πιθανότητα οποιασδήποτε εξόδου από το ευρώ είναι εξαιρετικά μικρή. Οπότε πού έκανα λάθος; Η ανάλυση που είχε βασιστεί στον υπολογισμό ότι έξοδος από το ευρώ θα είχε υψηλό και άμεσο κόστος. Και μόνο η υπόνοια εξόδου θα προκαλούσε μαζική ανάληψη καταθέσεων, κεφαλαιακούς ελέγχους και τελικά οι αρχές θα «έκλειναν» το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Θα «πάγωνε» η οικονομική δραστηριότητα και οι πολίτες, μην έχοντας πια πρόσβαση σε αποταμιεύσεις, αλλά και σε εισαγόμενο πετρέλαιο, φάρμακα και τρόφιμα θα έβγαιναν θυμωμένοι στους δρόμους. Συγκριτικά τα όποια οφέλη εμφανίζονταν στη συνέχεια θα ήταν απογοητευτικά μικρά. Με την κυβέρνηση να τυπώνει χρήμα θα αυξανόταν ο πληθωρισμός και η όποια βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στις εξαγωγές θα ήταν εφήμερη. Πώς κατέληξε η Ελλάδα σε αυτό το χάλι; Νομίζω ότι είχα δίκιο όταν έλεγα ότι η μαζική ανάληψη καταθέσεων θα ήταν αποτρεπτικός παράγοντας. Στην περίπτωση της Ελλάδας είναι αξιομνημόνευτο ότι αυτή δεν ξεκίνησε παρά μόνο όταν η ΕΚΤ σταμάτησε να αυξάνει την έκτακτη παροχή βοήθειας (ELA) μετά τη διακοπή των διαπραγματεύσεων.

Μόνο τότε εκδηλώθηκε πλήρως η μαζική ανάληψη καταθέσεων. Ωστόσο, δεν εκτίμησα σωστά τον ρόλο της πολιτικής. Για την ακρίβεια υποτίμησα τον βαθμό πολιτικής ανικανότητας όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης αλλά ακόμη περισσότερο των πιστωτών της. Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του θα έπρεπε να έχουν το θάρρος να υποστηρίξουν τις πεποιθήσεις τους. Αν δεν ήθελε να αποδεχτεί την τελική προσφορά των πιστωτών, θα έπρεπε να το πει καθαρά και απλά. Αν προτιμούσε να συνεχίσει να διαπραγματεύεται, τότε θα έπρεπε να εξακολουθήσει να το κάνει. Η απόφαση για προκήρυξη δημοψηφίσματος αύξησε την αβεβαιότητα και αποτελούσε σαφώς προσπάθεια να αποφύγει την ευθύνη. Ηταν πράξη ηγέτη που ενδιαφέρεται περισσότερο να παραμείνει στην εξουσία παρά να περιορίσει το κόστος για τη χώρα.

Παρ’ όλα αυτά το επίπεδο ανικανότητας ωχριά μπροστά σε αυτό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Και οι τρεις θεσμικοί οργανισμοί ήταν αντίθετοι προς την αναδιάρθρωση χρέους το 2010 όταν η κρίση μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί με χαμηλό κόστος. Εξακολουθούν να είναι αντίθετοι το 2015 όταν η διαγραφή χρέους είναι η προφανής παραχώρηση που θα έπρεπε να κάνουν στον κ. Τσίπρα. Το κόστος θα ήταν μικρό. Αντιθέτως, το να υποκρίνονται ότι θα αποπληρωθούν τα χρέη της Ελλάδας, μετά βίας ενίσχυσε την αξιοπιστία τους. Αντιθέτως, οι πιστωτές πρώτα υπολόγισαν το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος που θα έπρεπε να πετυχαίνει η Ελλάδα ώστε να αποπληρώνει, υποθετικά, τα χρέη της. Στη συνέχεια απαίτησαν από την κυβέρνηση να αυξήσει τη φορολογία και να μειώσει τις δαπάνες στον βαθμό που χρειάζεται ώστε να πετύχει αυτά τα πλεονάσματα. Αγνόησαν το γεγονός ότι πράττοντας έτσι οδηγούσαν τη χώρα σε ακόμη βαθύτερη οικονομική ύφεση. Δίνοντας προτεραιότητα στα δικά τους χρήματα, κατέληξαν με την παρούσα ελληνική κυβέρνηση και το αποτέλεσμα που τους άξιζε. Το συμπέρασμα είναι σαφές. Ποτέ δεν πρέπει να υποτιμά κανείς την ικανότητα των πολιτικών να κάνουν το λάθος πράγμα. Θα προσπαθήσω να το θυμάμαι την επόμενη φορά.

* Ο κ. Barry Eichengreen είναι καθηγητής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Μπέρκλεϊ. To άρθρο δημοσιεύθηκε στο voxEU.org