Το νέο stress test κρίνει την επόμενη μέρα στις τράπεζες

Το νέο stress test κρίνει την επόμενη μέρα στις τράπεζες

3' 42" χρόνος ανάγνωσης

Στη νέα άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, το γνωστό stress test, κρίνεται το μέλλον των ελληνικών τραπεζών. Την προηγούμενη Παρασκευή επιτελικά στελέχη των συστημικών τραπεζών μαζί με επόπτες της Τράπεζας της Ελλάδος βρέθηκαν στη Φρανκφούρτη και συναντήθηκαν με στελέχη του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού για την εκκίνηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, δεν υπάρχει θέμα «κουρέματος» καταθέσεων, ωστόσο σε πολύ δύσκολη κατάσταση βρίσκονται οι μέτοχοι των τραπεζών.

Τραπεζικές πηγές σημειώνουν ότι στόχος είναι το stress test να «τρέξει» άμεσα και να προσδιοριστούν οι κεφαλαιακές ανάγκες το φθινόπωρο, ώστε η ανακεφαλαιοποίηση να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του έτους. Η νέα ανακεφαλαιοποίηση δημιούργησε μεγάλη ανησυχία για τον κίνδυνο ενός γενικευμένου οριζόντιου «κουρέματος» καταθέσεων, προοπτική όμως που, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, δεν έχει βάση.

Ο νέος νόμος για την εξυγίανση προβληματικών τραπεζών (που περιλαμβάνει και το bail in), ο οποίος ψηφίστηκε την προηγούμενη Τετάρτη, που μεταξύ των εργαλείων που διαθέτει περιλαμβάνει και το «κούρεμα» καταθέσεων, θα τεθεί σε ισχύ από 1.1.2016. Στόχος των ευρωπαϊκών αρχών και της ΤτΕ είναι η ανακεφαλαιοποίηση να έχει ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του 2015, δηλαδή πριν τεθεί σε εφαρμογή ο νομός για το bail in. Επιπλέον, το «κούρεμα» καταθέσεων αφορά αυστηρά τις ανασφάλιστες καταθέσεις, δηλαδή ποσά άνω των 100.000 ευρώ ανά δικαιούχο, ανά πιστωτικό ίδρυμα. Μάλιστα από το 2016 η ευθύνη για την παροχή της εγγύησης στις καταθέσεις περνάει σε ευρωπαϊκούς θεσμούς ενισχύοντας έτσι το δίχτυ προστασίας. Σύμφωνα με στελέχη τραπεζών, από το τρέχον υπόλοιπο καταθέσεων, που διαμορφώνεται περίπου στα 120 δισ. ευρώ, μόνο τα 20 δισ. ευρώ είναι «ανασφάλιστα». Αυτά στη μεγάλη τους πλειονότητα είναι καταθέσεις επιχειρήσεων (κεφάλαια κίνησης, μισθοδοσίες κ.ά.) και είναι απολύτως απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία τους και δύσκολα θα περιληφθούν, ακόμα και στην ακραία περίπτωση που πραγματοποιηθεί, σε ένα «κούρεμα» καταθέσεων. Στελέχη τραπεζών εμφανίζονται κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχει ζήτημα για «κούρεμα» καταθέσεων υπογραμμίζοντας ότι η ανακεφαλαιοποίηση θα γίνει με βάση το μοντέλο του 2013. Δηλαδή οι συστημικές τράπεζες θα ανακεφαλαιοποιηθούν από ιδιώτες ή τον δημόσιο τομέα ή συνδυαστικά, και οι υπόλοιπες τράπεζες, η Τράπεζα Αττικής και οι συνεταιριστικές, θα πρέπει να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια και αν δεν τα καταφέρουν, θα διασπαστούν σε «καλό» και «κακό» κομμάτι και το καλό θα περάσει στον έλεγχο μιας συστημικής τράπεζας και το κακό θα τεθεί σε εκκαθάριση.

Αντίθετα, σύμφωνα με αναλυτές, σε εξαιρετικά δύσκολη θέση βρίσκονται οι μέτοχοι των τραπεζών καθώς οι νέες μεγάλες αυξήσεις κεφαλαίου, στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης, θα οδηγήσουν σε σημαντική μείωση της συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο (dilution). Με άλλα λόγια, οι μετοχές τους θα χάσουν μεγάλο μέρος της αξίας τους. Μαζί με τις μετοχές θα «χαθούν» και τα δικαιώματα, τα περίφημα warrants, με τα οποία οι τράπεζες θα επέστρεφαν σε ιδιωτικά χέρια. Μεγάλος χαμένος μαζί με τους ιδιώτες είναι και το Δημόσιο και οι φορολογούμενοι που κατέχουν, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), τον μεγαλύτερο αριθμό μετοχών των συστημικών τραπεζών. Το ΤΧΣ και ουσιαστικά οι φορολογούμενοι είχαν τοποθετήσει περί τα 24 δισ. ευρώ το 2013 για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα κοινές μετοχές, επένδυση που μετά τη νέα ανακεφαλαιοποίηση κινδυνεύει να χαθεί. Οπως εκτιμούν αναλυτές, το πιθανότερο είναι όσοι συμμετέχουν στη νέα ανακεφαλαιοποίηση να είναι αυτοί που θα πάρουν τον έλεγχο των εγχώριων τραπεζών σε βάρος των υφισταμένων μετόχων.

Το μέγεθος της απομείωσης της συμμετοχής των παλαιών μετόχων θα καθοριστεί από το ύψος των κεφαλαίων που θα χρειαστούν οι τράπεζες. Σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής για την κεφαλαιακή ενίσχυση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, έχουν προβλεφθεί κεφάλαια 10 έως 25 δισ. ευρώ. Οι τράπεζες σημειώνουν ότι είναι αβάσιμη και πρόωρη κάθε εκτίμηση για το ύψος των κεφαλαίων που θα χρειαστούν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, δηλαδή η Εθνική Τράπεζα, η Alpha Bank, η Τράπεζα Πειραιώς και η Eurobank. Σημειώνεται ότι το προηγούμενο stress test που πραγματοποίησε η ΤτΕ με την BlackRock είχε προσδιορίσει τις κεφαλαιακές ανάγκες των εγχώριων τραπεζών στα 6,38 δισ. ευρώ με το βασικό σενάριο και στα 9,42 δισ. ευρώ με βάση το δυσμενές σενάριο. Το δυσμενές σενάριο προέβλεπε μείωση του ΑΕΠ κατά 2,9% το 2014 κατά -0,3% το 2015 και +1% το 2016. Το 2014 έκλεισε θετικά για την εγχώρια οικονομία, με μεταβολή +0,5%, ωστόσο για την εφετινή χρονιά αναμένεται μεγάλη μείωση κοντά στο -3%, ενώ το 2016 εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα σταθεροποιηθεί η οικονομία το επόμενο διάστημα. Ο τελικός λογαριασμός για τις τράπεζες θα εξαρτηθεί από τις επιπτώσεις της τρέχουσας αβεβαιότητας στα «κόκκινα» δάνεια και τις μακροοικονομικές παραδοχές που θα χρησιμοποιήσει η ΕΚΤ για την πορεία της οικονομίας τα επόμενα χρόνια.