ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Νεποτισμός, μεταρρυθμίσεις και επικράτηση των αρίστων

apopsi-nepotismos-metarrythmiseis-kai-epikratisi-ton-ariston-2096701

Η ​​ελληνική κοινωνία εδώ και πολλές δεκαετίες δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη μια ή από την άλλη μορφή νεποτισμού. Ισως η αιτία είναι ότι ουδέποτε επετεύχθη η εισαγωγή αστικού πολιτισμού και δραστηριότητας από τη Δύση, όπως έγραφε ο Παναγιώτης Κονδύλης. Για αυτό η χώρα έμεινε εγκλωβισμένη στη βαλκανική πατριαρχία ενός συμπλέγματος σχέσεων υπακοής και προστασίας που διαβρώνουν συστηματικά το πολιτικό σύστημα. Απλώς ήταν η ένταξή μας στην Ευρώπη που ανάγκασε τις εγχώριες ελίτ να προσαρμοστούν σε ηπιότερες μορφές νεποτισμού. Αν μη τι άλλο, δεν μπορούσαμε να στέλνουμε στις Βρυξέλλες πολιτικούς που δεν μιλούν την αγγλική ή έστω δεν μετέχουν στοιχειωδώς της ευρωπαϊκής κουλτούρας.

Το ζήτημα με τον νεποτισμό των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι ότι η τελευταία ελπίδα διάσωσης της χώρας εντός του ευρώ (δηλαδή το νέο μνημόνιο) γίνεται αντιληπτή όχι ως ιστορική ευκαιρία αλλά ως ανάθεμα από τη μετριοκρατία των ημετέρων. Δεν κατανοούν ούτε πού βρισκόμαστε, ούτε τι σημαίνει η μοναδική εναλλακτική (αυτή της εξόδου από τον πυρήνα της Ευρώπης) και, φυσικά, είναι αδύνατο να υλοποιήσουν τις πολιτικές του προγράμματος επειδή και να ήθελαν δεν μπορούν. Συνεπώς, το πρόγραμμα είναι καταδικασμένο, όχι τόσο γιατί είναι από μόνο του στρεβλό (που εν πολλοίς είναι), αλλά κυρίως γιατί τα θετικά που προβλέπονται είναι αδύνατον να υλοποιηθούν από μια κυβέρνηση που έχει αλλεργία στους άριστους. Το ίδιο λίγο πολύ συνέβη και με τα προηγούμενα μνημόνια, με μία ουσιώδη διαφορά: Οι ακρότητες των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στέλνουν απευθείας τον ασθενή στον Αδη. Η ήπια ανεπάρκεια των προηγούμενων τον σκοτώνει αργά και βασανιστικά.

Ισως η μοναδική ελπίδα για να πλοηγηθεί η χώρα στη σημερινή στενωπό είναι η μετακένωση (έστω την ύστατη στιγμή) θεσμών μεριτοκρατίας από τη Δύση. Εκεί θα πρέπει να δώσει έμφαση η Ε.Ε. αν όντως επιθυμεί την Ελλάδα ισότιμο μέλος της.

Πώς θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε μπροστά;

Πρώτο βήμα είναι η αποδοχή της πραγματικότητας. Ανεξαρτήτως εκλογών, τα κόμματα πρέπει να ομολογήσουν την ένδεια αξιόλογου στελεχειακού δυναμικού και να αποδεχθούν τη δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης, η οποία θα αποτελείται από λιγότερους πολιτικούς και περισσότερες προσωπικότητες αναγνωρισμένων επιτευγμάτων και ικανοτήτων, τουλάχιστον σε θέσεις κλειδιά. Αν οι τελευταίοι προέρχονται από τη Διασπορά, ακόμα καλύτερα.

Η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει στα ακόλουθα:

Α) Απολιτικοποίηση και αποκομματικοποίηση των κρατικών μηχανισμών. Αναμφίβολα, η μητέρα όλων των μεταρρυθμίσεων. Αν γίνει πράξη, θα συντελέσει όχι μόνο στην εκκαθάριση του δημόσιου τομέα από τον κομματικό παρασιτισμό αλλά θα βοηθήσει και τα ίδια τα κόμματα να ελκύουν καλύτερης ποιότητας προσωπικό.

Β) Να τιμωρείται (ακόμα και αναδρομικά) η αναξιοκρατία. Π.χ., απόλυση δημοσίων υπαλλήλων που η πρόσληψή τους έγινε με αδιαφανή κριτήρια. Η πιθανότητα αναδρομικής τιμωρίας μειώνει την παρούσα αξία της πελατειακής συνδιαλλαγής, άρα και την αποθαρρύνει.

Γ) Δημιουργία θεσμών αριστείας σε όλο το φάσμα της κοινωνίας (κράτος, κοινωνία των πολιτών, ανεξάρτητες αρχές, πανεπιστήμια). Οι θεσμοί αυτοί δεν θα πρέπει απλά να επιβραβεύουν τον άριστο με κάποιο πλεονέκτημα (διότι σε αυτήν την περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος της αναπαραγωγής των ανισοτήτων και των ιεραρχιών), αλλά να ενισχύουν την κοινωνική και οικονομική κινητικότητα με τρόπο που θα προβλέπεται συνταγματικά. Με άλλα λόγια να δημιουργούν συνθήκες που ενθαρρύνουν μέσω ουσιαστικών κινήτρων (οικονομικών και μη) τα άτομα να πετυχαίνουν το μέγιστο των ατομικών τους δυνατοτήτων στο πλαίσιο των θεσμικών στόχων.

Ο συνδυασμός των ανωτέρω θα μπορούσε να βοηθήσει την ελληνική κοινωνία να αποτινάξει τον μικροαστικό της κομπλεξισμό απέναντι στην επιτυχία και στους άριστους, έτσι ώστε να διαμορφωθεί ένα πλέγμα αντιλήψεων υποβοηθητικό της θεσμικής εμπέδωσης της αξιοκρατίας. Αν η αξιοκρατία δεν προωθηθεί με επιθετικό τρόπο, αν ο νεποτισμός (οποιασδήποτε μορφής και ιδεολογικού προσήμου) δεν πολεμηθεί με σθένος, τότε ουδεμία σημασία έχει αν θα ψηφισθούν οι μεταρρυθμίσεις. Διότι μόνο θα ψηφισθούν. Η αποτυχία θα είναι προδιαγεγραμμένη, λόγω της εφαρμοστικής ανικανότητας του ελληνικού κράτους.

* Ο κ. Χρήστος Κουτσαμπέλας εργάζεται στο Κέντρο Οικονομικών Ερευνών, Πανεπιστήμιο Κύπρου.

** Ο κ. Μάνθος Ντελής είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής, Πανεπιστήμιο Surrey.