ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γιατί η ελάφρυνση του χρέους δεν λύνει το ελληνικό πρόβλημα

giati-i-elafrynsi-toy-chreoys-den-lynei-to-elliniko-provlima-2104417

Τις περισσότερες φορές η αλήθεια είναι σκληρή και όταν αυτή λέγεται από «τρίτους» και ειδικούς, τότε γίνεται πιο σκληρή. Η διαπραγμάτευση για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους έχει ανακηρυχθεί από την κυβέρνηση (και από την αντιπολίτευση) ως υπ’ αριθμόν 1 στόχος. Χωρίς την ελάφρυνση του χρέους, λένε τα κόμματα, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να πετύχει βιώσιμα δημοσιονομικά μεγέθη και βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ η προσέλκυση επενδύσεων και η έξοδος στις αγορές θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη. Πράγματι, η ελάφρυνση του χρέους και ο περιορισμός του σε βιώσιμα επίπεδα αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα, ειδικά για την Ελλάδα που αντιμετωπίζει κρίση χρέους. Ομως, δεν αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα για βιώσιμα δημοσιονομικά μεγέθη, για βιώσιμη ανάπτυξη και, κυρίως, για την προσέλκυση επενδύσεων. Συγκεκριμένα, ο παράγων χρέος είναι δευτερεύουσας σημασίας. Πρωτεύουσας σημασίας είναι κάτι που δεν ακούγεται καλά στα αυτιά πολλών και για αρκετούς μοιάζει με θεωρητική αοριστία. Ο παράγων αυτός ακούει στο όνομα «μεταρρυθμίσεις». Και αυτό δεν το λέει η τρόικα ή το κουαρτέτο. Το καταγράφει μία ακαδημαϊκή μελέτη που πρόκειται να δημοσιευθεί στο Economics Letters, αλλά και οι μεθοδολογίες (manual) των οίκων αξιολόγησης. Αν κάποιος μελετήσει προσεκτικά τα παραπάνω, καταλήγει στα εξής δύο βασικά συμπεράσματα:

Πρώτον, η ελάφρυνση του χρέους από μόνη της δεν αρκεί για να βγει η Ελλάδα από την κατηγορία των «σκουπιδιών» (junk) των οίκων αξιολόγησης.

Δεύτερον, οι μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα και κυρίως την κυβερνητική αποτελεσματικότητα οδηγούν σε διπλάσια αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης από τους οίκους, σε σχέση με την ελάφρυνση του χρέους.

Τρίτον, ακόμη και αν μηδενιστεί το χρέος (και οι δόσεις για τόκους κ.λπ.), οι χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν υψηλές, γεγονός που οδηγεί την Ελλάδα σε νέο δανεισμό…

Ας δούμε τώρα αυτές τις παραμέτρους αναλυτικά. Νέα επιστημονική εργασία με τίτλο «Has the crisis affected the behaviour of the rating agencies? Panel evidence from the Eurozone», η οποία είναι προς δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Economics Letters, καταλήγει στα εξής εντυπωσιακά συμπεράσματα:

1. Ενα «εθελοντικό» κούρεμα στο χρέος από το 177% του ΑΕΠ στο 137% του ΑΕΠ θα οδηγήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής μας αξιολόγησης κατά 3 βαθμίδες.

2. Η βελτίωση της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας από το τρέχον 74-εκατοστιαίο σημείο του πίνακα κατάταξης της Παγκόσμιας Τράπεζας στο 77-εκατοστιαίο σημείο θα οδηγήσει στην αναβάθμισή μας κατά 6 βαθμίδες. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η συνολική κατάταξη της Ελλάδας παρέμεινε σταθερή (με πτωτική τάση) στον νέο πίνακα που δημοσίευσε το World Economic Forum την περασμένη Τετάρτη.

Οπως εξηγούν οι συγγραφείς της μελέτης (Περικλής Μπουμπάρης, Κώστας Μήλας και Θεόδωρος Παναγιωτίδης), η Moody’s (όπως και οι άλλοι οίκοι αξιολόγησης) θεωρεί το χρέος μας junk με τρέχουσα αξιολόγηση Caa3. Η έξοδος από την υποτιμητική κατάταξη junk προϋποθέτει αναβάθμιση κατά 9 βαθμίδες, η οποία, όπως προκύπτει από τα παραπάνω συμπεράσματα της εργασίας, θα επιτευχθεί, ως επί το πλείστον, με διαρθρωτικές αλλαγές βελτίωσης της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, όχι (μόνο) με το «κούρεμα» του χρέους. Πράγματι, αν διαβάσει κάποιος τη μεθοδολογία της Moody’s, για παράδειγμα, θα διαπιστώσει ότι κατά την αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη τέσσερις βασικοί παράγοντες: οικονομία, δημοσιονομικά, «ροπή προς τον κίνδυνο», θεσμική κατάσταση. Κάθε παράγοντας έχει υποκατηγορίες και υποπαράγοντες. Μέσα σε αυτούς, η βαρύτητα της αποτελεσματικότητας με βάση την κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας, λόγου χάρη, είναι 75%. Ενώ το χρέος, στην κατηγορία του, έχει 50%.

Πάντως, όπως εξηγούν στελέχη της Moody’s στην «Κ», οποιαδήποτε μεταβολή των αριθμών δεν οδηγεί σε αυτόματη αναβάθμιση ή υποβάθμιση μιας οικονομίας. Η κάθε μεταβολή στην αξιολόγηση έχει σχέση με το πόσο βιώσιμη είναι η βελτίωση ενός δημοσιονομικού μεγέθους ή η βελτίωση της οικονομίας ή μιας μεταρρύθμισης. Αν, για παράδειγμα, μειωθεί το χρέος, αλλά προκύπτει ότι αυτό πάλι θα αυξηθεί σύντομα, αυτό δεν οδηγεί αυτομάτως σε αναβάθμιση. Αν γίνει μία μεταρρύθμιση, η οποία δεν πρόκειται να εφαρμοστεί και να φέρει αποτελέσματα, πάλι δεν οδηγεί σε αναβάθμιση.

Ωστόσο, επιβεβαιώνουν ότι η προσέλκυση επενδυτών απαιτεί την αναβάθμιση κατά 9 βαθμίδες και, φυσικά, ότι η δημοσιονομική εξυγίανση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τις μεταρρυθμίσεις.

3. Σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους και των δημοσιονομικών, πηγές από τα τεχνικά κλιμάκια των θεσμών επικαλούνται έναν πίνακα που είχε επισυναφθεί στο Eurogroup του Αυγούστου όταν επικυρώθηκε το τρίτο μνημόνιο. Σύμφωνα με αυτόν, οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας ανέρχονται σε 91,7 δισ. ευρώ μέχρι τον Αύγουστο του 2018. Αν μηδενίσουμε το χρέος και, κατά συνέπεια το κόστος εξυπηρέτησης, δηλαδή τόκους και κεφάλαιο, τότε οι συνολικές ανάγκες μειώνονται κατά 54,1 δισ. ευρώ. Δηλαδή, παραμένει ένα ποσό 37,6 δισ. ευρώ που πρέπει να χρηματοδοτηθεί. Και ο σημερινός προϋπολογισμός δεν μπορεί να το χρηματοδοτήσει. Τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν αρκούν. Ειδικά τώρα που μειώθηκε ο στόχος τους, αυξάνεται το χρηματοδοτικό κενό.

Το χρηματοδοτικό κενό μιας οικονομίας καλύπτεται με τρεις τρόπους: με νέο δάνειο, με έκδοση ομολόγων (έξοδο στις αγορές) και με πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Δηλαδή δεν αρκούν μόνο τα πρωτογενή πλεονάσματα. Σε αυτό φυσικά συμβάλλει η μείωση του χρέους και του κόστους εξυπηρέτησης, αλλά όπως δείχνουν οι αριθμοί, αυτό δεν αρκεί. Επομένως, νέο δάνειο σημαίνει νέο μνημόνιο, πλεονασματικοί προϋπολογισμοί σημαίνουν νέα δημοσιονομικά μέτρα, έξοδος στις αγορές σημαίνει αξιοπιστία και αναβάθμιση από τους οίκους αξιολόγησης, δηλαδή μεταρρυθμίσεις. Η κάθε κυβέρνηση διαλέγει και παίρνει.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η όποια μείωση του χρέους, βραχυπρόθεσμα, δηλαδή μέσα στα επόμενα χρόνια, δεν θα αλλάξει πολλά στην ανάγκη για λήψη δημοσιονομικών μέτρων διότι η Ελλάδα ξεκινά να αποπληρώνει τα δάνεια του πρώτου μνημονίου από το 2022 και μετά, ενώ για τα δάνεια του δεύτερου και του τρίτου μνημονίου, η Ελλάδα πληρώνει μόνο κεφάλαιο προς τον EFSF. Οι τόκοι ξεκινούν από το 2023. Προς το ΔΝΤ, η Ελλάδα πληρώνει τόκους και κεφάλαια, αλλά αυτό το χρέος δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης για διευθέτηση.