ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η δυστυχία της πολιτικής

i-dystychia-tis-politikis-2106127

Από τον περασμένο Ιούλιο που συμφώνησε το τρίτο μνημόνιο με τους πιστωτές, η μόνιμη επωδός της κυβέρνησης και των στελεχών της είναι πως διαφωνούν μεν, το εφαρμόζουν δε, ώστε να έρθει η ώρα των μεγάλων, των ωραίων και των αληθινών, όπως η διευθέτηση του χρέους ή η ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη.

«Δεν είμαστε ευτυχισμένοι για τη φορολογική πολιτική που ακολουθούμε. Είμαστε αναγκασμένοι να προβούμε σε ορισμένες φορολογικές ρυθμίσεις. Εχουμε να υλοποιήσουμε ένα νόμο, τον 4336, να ανακεφαλαιώσουμε τις τράπεζες, για να έχουμε χρηματοδότηση», είπε χθες ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Τρύφων Αλεξιάδης. Λίγες ώρες νωρίτερα είχε αποσύρει από το πολυνομοσχέδιο τη διάταξη για τη φορολογία των εισοδημάτων από μισθώματα ακινήτων.

Πράγματι, φορολογικά μέτρα όπως o ΕΝΦΙΑ, η αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά και των συντελεστών για τα ενοίκια είναι της τρόικας. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ» την περασμένη Κυριακή ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι είπε μεταξύ άλλων: «Για να επιτευχθεί διατηρήσιμη, ισχυρή ανάκαμψη απαιτείται να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών με τρόπο που να ευνοεί την ανάπτυξη. Αυτό θα πρέπει να γίνει με τη μείωση των μη παραγωγικών κρατικών δαπανών και με τη μετατόπιση του φορολογικού βάρους από την εργασία σε λιγότερους επιζήμιους για την ανάπτυξη φόρους, όπως φόροι στην κατανάλωση ή την ακίνητη περιουσία. Αυτό υπαγορεύουν τόσο η θεωρία όσο και τα διαθέσιμα στοιχεία». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη μελέτη της με τίτλο «Μεταρρυθμίσεις στη φορολογία στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, 2015» επισημαίνει: «Τα φορολογικά συστήματα των κρατών-μελών της Ε.Ε. τείνουν να είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένα από τη φορολόγηση της εργασίας, η οποία μπορεί να μειώσει τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση εργασίας.

Οι τρέχουσες συζητήσεις σχετικά με την πολιτική στον τομέα αυτό εστιάζονται, ως εκ τούτου, στην εξεύρεση των τρόπων ώστε να περιορισθεί η φορολογική επιβάρυνση στην εργασία και να κατευθυνθεί σε άλλους τύπους φορολογίας, που είναι συνήθως λιγότερο επιβλαβείς για την ανάπτυξη και την απασχόληση, όπως στην κατανάλωση, στην ακίνητη περιουσία και στους περιβαλλοντικούς φόρους. (…) Σε γενικές γραμμές, διεύρυνση της φορολογικής βάσης και χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές τείνουν να είναι πιο ευνοϊκοί για την ανάπτυξη. Η εκτεταμένη χρήση εξαιρέσεων και απαλλαγών στην Ε.Ε. σημαίνει ότι πολλοί φόροι έχουν αρκετά περιορισμένη βάση. Αυτό καθιστά, επίσης, τα φορολογικά συστήματα πιο περίπλοκα και πιο δύσκολη την αξιολόγησή τους».

Με άλλα λόγια, η Κομισιόν και η ΕΚΤ υποστηρίζουν πως αν πρέπει να αυξηθεί η φορολογία για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, αυτό θα πρέπει να γίνει σε τομείς που έχουν τη μικρότερη δυνατή επίπτωση στην ανάπτυξη και προσδιορίζει ως τέτοιους τους φόρους κατανάλωσης και ακινήτων, γιατί όπως λέει ο κ. Ντράγκι, αυτό υπαγορεύουν η θεωρία και τα στοιχεία. Δεν λένε αυξήστε τους φόρους στην κατανάλωση και στα ακίνητα, αλλά και τους φόρους στην εργασία και στις επιχειρήσεις και μάλιστα αναδρομικά. Λένε επίσης μειώστε τις δαπάνες, γιατί μια μείωση δαπανών έχει μικρότερη επίπτωση στο ΑΕΠ απ’ όση έχει μια ισόποση αύξηση των φόρων. Αυτά λέει η τρόικα. Η κυβέρνηση τι λέει; Δαπάνες δεν θέλει να κόψει, και όταν κόβει, δηλώνει δυστυχής. Φόρους δεν θέλει να αυξήσει, και όταν αυξάνει λέει πως το κάνει με πόνο ψυχής, ότι δεν είναι αυτή η πολιτική της. Πιθανόν να θέλει και μείωση φόρων και αύξηση δαπανών. Αυτό μπορεί να είναι ο ορισμός της ευτυχίας, αλλά δεν είναι πολιτική.