ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ESM: Μπορεί να αυξηθεί το κόστος δανεισμού της Ελλάδας

esm-mporei-na-ayxithei-to-kostos-daneismoy-tis-elladas-2107153

Στη μελλοντική αύξηση των επιτοκίων δανεισμού της Ελλάδας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) αναφέρθηκε ο κ. Χρ. Φράνκελ, οικονομικός διευθυντής του Μηχανισμού, σε συνέντευξή του στο Βloomberg. Γεγονός το οποίο θα αυξήσει και το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα από τον ESM και τα οποία έως τώρα ανέρχονται σε 155 δισ. ευρώ.

Αυτή τη στιγμή, ο ESM δανείζει την Ελλάδα με επιτόκιο πέριξ του 1%. Το επιτόκιο αυτό εφαρμόζεται τόσο στα δάνεια που δόθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου, όσο και σε εκείνα που εγκρίθηκαν με το τρίτο μνημόνιο που υπογράφηκε τον Αύγουστο.

«Δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι το επιτόκιο θα παραμείνει σε ένα τόσο χαμηλό επίπεδο», υποστήριξε ο κ. Φράνκελ, ενώ πρόσθεσε πως «γνωρίζουμε ότι αυτό που χρεώνουμε σήμερα δεν θα είναι αυτό που θα χρεώνουμε αύριο και φυσικά είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που ενδεχομένως να χρεώνουμε σε πέντε ή δέκα χρόνια». Η δήλωση αυτή εντάσσεται στο αυτονόητο πλαίσιο ότι τα επόμενα χρόνια τα επιτόκια θα αυξηθούν, καθώς σήμερα βρίσκονται σε τόσο χαμηλό επίπεδο λόγω των πολύ χαμηλών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Για τον λόγο αυτό και επιδίωξη της ελληνικής πλευράς στη συζήτηση που θα ανοίξει για τη νέα ρύθμιση του ελληνικού χρέους θα είναι να «κλειδώσει» το επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας από τον ESM σε ένα υψηλότερο από τα σημερινά επίπεδα, αλλά σε γενικές γραμμές χαμηλότερο απ’ ό,τι αναμένεται να φθάσει τα επόμενα χρόνια. Μάλιστα, στόχος είναι να «κλειδώσει» για μακρά περίοδο, όπως για παράδειγμα για 20 χρόνια.

Ωστόσο, η δήλωση του κ. Φράνκελ φαίνεται πως δεν αφήνει πολλά περιθώρια προς αυτήν την κατεύθυνση. Αλλωστε, το ζήτημα του «κλειδώματος» των επιτοκίων των ευρωπαϊκών δανείων είναι κάτι που μέχρι σήμερα δεν βλέπουν με «καλό μάτι» οι περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, καθώς επί της ουσίας αποτελεί ένα έμμεσο «κούρεμα» στις μελλοντικές απαιτήσεις τους από την Ελλάδα.

Σε κάθε περίπτωση, το θέμα αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων των επόμενων μηνών, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι η Αθήνα θα έχει ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της όπως αυτές απορρέουν από το μνημόνιο.