ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το δίδαγμα από την Ελλάδα

to-didagma-apo-tin-ellada-2116659

Στα τέλη του 2014 η επιχειρηματική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα είχε βρεθεί σε υψηλότερο επίπεδο από εκείνη στην Ευρωζώνη. Μέχρι τον Ιούλιο η επιχειρηματική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα είχε καταρρεύσει πλήρως, ενώ στην Ευρωζώνη εξακολουθούσε να ανακάμπτει. Οπότε αξίζει να επαναλάβουμε τα βασικά διδάγματα: Στην Ευρώπη θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στους πολιτικούς κινδύνους απ’ ό,τι στους οικονομικούς. Οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν, ωστόσο η αντιστροφή των μεταρρυθμίσεων μπορεί να έχει πολύ μεγάλο κόστος· όπως είναι εύκολο να διαλύσει κανείς την εμπιστοσύνη και δύσκολο να την αποκαταστήσει.

Η επίδραση Βαρουφάκη: Σπάνια έχει προκαλέσει μια νέα κυβέρνηση τόσο μεγάλη ζημιά όση η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα με υπουργό Οικονομικών τον Γιάνη Βαρουφάκη. Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό, κεφάλαια εγκατέλειψαν τη χώρα και το τραπεζικό σύστημα ουσιαστικά κατέρρευσε. Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη ανέκαμψε μερικώς αφότου ο κ. Τσίπρας εξεδίωξε τον κ. Βαρουφάκη. Το αποτέλεσμα είναι ότι στα τέλη του 2016 το ελληνικό ΑΕΠ θα είναι πιθανότατα κατά 7% χαμηλότερο και η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ θα είναι κατά 25% υψηλότερη (περιλαμβανομένου του κόστους διάσωσης των τραπεζών) απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς το ατύχημα Βαρουφάκη. Γενικότερα η οικονομία της Ευρωζώνης δεν επηρεάστηκε από το ατύχημα Βαρουφάκη. Από οικονομική σκοπιά η αντιστροφή των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα έχει σημασία για την Ευρωζώνη μόνο λίγο περισσότερη απ’ όση έχουν για τις ΗΠΑ τα προβλήματα του Πουέρτο Ρίκο.

Ωστόσο υπάρχει ένα δίδαγμα για την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Πολωνία και άλλες χώρες. Καμία άλλη χώρα στην Ευρώπη δεν βρίσκεται σε τόσο δεινή θέση όσο αυτή στην οποία είχε βρεθεί η Ελλάδα πριν από ένα χρόνο. Ομως το γενικότερο δίδαγμα εξακολουθεί να ισχύει: Η αντιστροφή των μεταρρυθμίσεων και η ανοιχτή σύγκρουση με την Ευρώπη και άλλους πιστωτές μπορεί πράγματι να έχει πολύ μεγάλο κόστος. Υπό την προηγούμενη κυβέρνηση η Ισπανία και η Πορτογαλία ξανακέρδισαν την εμπιστοσύνη των αγορών, αν και με τον δύσκολο τρόπο. Η μείωση του κόστους δανεισμού και η αύξηση της απασχόλησης, υποστηριζόμενες από μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, επιτρέπουν σήμερα σε αυτές τις χώρες να «μαλακώσουν» κάπως το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Αν όμως το παρακάνουν και υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη της αγοράς, τότε μπορεί να κληθούν να πληρώσουν υψηλό τίμημα. Οι λάθος πολιτικές επιλογές μπορεί να εκτροχιάσουν μια οικονομία που κατά τα άλλα βρίσκεται σε καλό δρόμο.

Και ενώ η ΕΚΤ μπορεί να περιορίσει την επέκταση του προβλήματος στον χρηματοπιστωτικό τομέα, οι πραγματικές απειλές για την ανάπτυξη της Ευρώπης προέρχονται από τη σφαίρα της πολιτικής. Σε κάθε απόφαση που λαμβάνουν, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν τη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης, οι πολιτικοί πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους προσεκτικά ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για την πολιτική συνοχή της Ευρώπης. Η λαϊκίστικη αντίδραση κατά των προβλημάτων που προκαλούνται από την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση και την αναπόφευκτη διόρθωση της κατάστασης στα δημόσια οικονομικά αποτελεί απειλή για τη συνοχή της Ευρώπης, η οποία με τη σειρά της υποστηρίζει τις ελεύθερες συναλλαγές και την ευημερία ανά την ήπειρο. Για παράδειγμα, η οικονομία της Βρετανίας είναι από τις ισχυρότερες στην Ευρώπη. Ωστόσο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το δημοσιονομικό της έλλειμμα και η εξάρτησή της από την ελεύθερη πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά την καθιστούν ευάλωτη. Αν η Βρετανία αποφάσιζε να πλήξει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στο οικονομικό της μέλλον αποφασίζοντας να εγκαταλείψει τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο, θα πληρώσει υψηλή τιμή για να αντιστρέψει την επιλογή της να απομονωθεί. Η πιθανότητα 30% να εγκαταλείψει η Βρετανία την Ε.Ε. είναι μία από τις σημαντικότερες ανησυχίες μας για το 2016.

* Ο κ. Ηolger Schmieding είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.