ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ποιοι και γιατί σε Λονδίνο – Μανχάταν ανησυχούν για το μέλλον της Αθήνας

poioi-kai-giati-se-londino-amp-8211-manchatan-anisychoyn-gia-to-mellon-tis-athinas-2117510

Πώς προδιαγράφεται το 2016 για την ελληνική οικονομία; «Ανάλογα ποιον ρωτάς», είναι η απάντηση που δίνεται στην «Κ» από τον head manager μεγάλου επενδυτικού κεφαλαίου, με καλή παρουσία στη χώρα μας. Και διευκρινίζει: «Αν ρωτήσεις, ας πούμε, τον Πόλσον ή τον Ρος, που είναι ήδη βαριά τοποθετημένοι στην Ελλάδα, θα σου πουν ότι είναι αισιόδοξοι. Κι ο λόγος είναι προφανής: θέλουν υπεραξίες, έχασαν πολλά λεφτά τα τελευταία χρόνια στη χώρα σας και θέλουν να τα πάρουν πίσω». Και συνεχίζει: «Αν όμως ρωτήσεις διαχειριστές που δεν έχουν μπει στην Ελλάδα, θα τους ακούσεις πολύ διστακτικούς, κι αυτό γιατί τα θεμελιώδη μεγέθη δεν επιτρέπουν και μεγάλη αισιοδοξία».

Κάπως έτσι μπαίνει ο νέος χρόνος για τη χώρα σε ό,τι αφορά την οπτική με την οποία την αντιμετωπίζουν τα μεγάλα ξένα επενδυτικά funds. Με τους δανειστές να επιμένουν ότι η Ελλάδα πρέπει να γίνει ελκυστικό «προϊόν» για να προσελκύσει ξένα κεφάλαια, αλλά με την Αθήνα την ίδια ώρα να ετοιμάζεται να μπει σε έναν νέο κύκλο σκληρών διαπραγματεύσεων, η εξίσωση μοιάζει να είναι, αν όχι άλυτη, σίγουρα πολύ δύσκολη.

Ποιοι θυμούνται το… PSI

Συνομιλώντας με τραπεζίτες, που έρχονται σε σχεδόν καθημερινή επαφή με τα funds, από τη μια επιβεβαιώνεται η παραπάνω άποψη, ενώ από την άλλη δίνεται και μια πιο αισιόδοξη νότα. Πώς; «Μην ξεχνάτε», τονίζεται στην «Κ», «ότι η Ελλάδα παραμένει χώρα-μέλος της Ευρωζώνης, με πολύ υποτιμημένες αξίες. Συνεπώς, αν κάποιο fund έχει διαθέσιμη ρευστότητα, δεν μπορεί παρά να την κοιτάξει, για να μη χάσει μια πιθανή επενδυτική ευκαιρία. Στη Νέα Υόρκη ακόμα δεν έχουν ξεχάσει τα τρελά κέρδη που είχαν καταγράψει εκείνοι που τόλμησαν να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα μετά το πρώτο PSI».

Τότε υπήρχαν funds που είχαν αποκομίσει κέρδη της τάξης ακόμα και του 80% (όταν ο μέσος ετήσιος όρος κυμαίνεται στο 8% με 10%, ώστε να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης) και όπως είναι φυσικό κανείς δεν θέλει να χάσει μια νέα «κούρσα» αν ξεκινήσει.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Συνομιλώντας με εκπροσώπους αυτών των κεφαλαίων, εκείνο που αντιλαμβάνεται κανείς είναι ότι, πέραν όλων των άλλων, υπάρχει και μια… γεωγραφική διαφοροποίηση ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η χώρα μας. Καταλαβαίνει δηλαδή ότι οι Αμερικανοί διαχειριστές είναι πιο αισιόδοξοι σε σχέση με τους Ευρωπαίους.

Ολοι όμως έχουν ένα κοινό σημείο: τον φόβο τους για την επόμενη μέρα, συνολικά, που έχει αφετηρία μια κακή χρονιά που πέρασε για τα περισσότερα από τα hedge funds και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, αρκεί να σημειωθεί το εξής:

Πολύ γνωστά επενδυτικά ονόματα στις ΗΠΑ, αρχές του 2015, είχαν τοποθετηθεί στη μετοχή της φαρμακευτικής Valeant. Η εν λόγω πήγαινε μια χαρά μέχρι το τέλος του α΄ εξαμήνου. Ωστόσο, στο 3ο τρίμηνο κατέγραψε απώλειες της τάξης του 28%, που μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου είχε φτάσει στο 59%! Ο λόγος; Απρόβλεπτος. Ενας εσωτερικός ομοσπονδιακός έλεγχος για την τιμολογιακή πολιτική που ακολουθούσε η συγκεκριμένη εταιρεία, στην οποία ήταν τοποθετημένα μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα από τον χώρο της διαχείρισης, ορισμένα από τα οποία είναι πλέον πολύ γνωστά και επί ελληνικού εδάφους. Κι αυτό ήταν μόνο ένα από τα πολλά αρνητικά κρούσματα που σημειώθηκαν τη χρονιά που έφυγε.

«Περάστε έξω…»

Και κάπως έτσι εξελίχθηκαν ιστορίες όπως αυτή που θα διαβάσετε παρακάτω, ακόμα και μέσα στις γιορτές. Ο David Barse, επί 24 χρόνια CEO του Third Avenue Management LLC, όχι μόνο απολύθηκε από τη θέση του, αλλά οι μέτοχοι του fund δεν του επέτρεψαν καν να περάσει από το γραφείο του και να πάρει τα προσωπικά του αντικείμενα…

Είχε προηγηθεί, παραμονές των Χριστουγέννων, μια μεγάλη σύσκεψη στα γραφεία του fund στο Μανχάταν, όπου ο Barse προσήλθε για να τους ανακοινώσει ένα σχέδιο σωτηρίας, μέσω της πώλησης assets, σε ένα άλλο fund και συγκεκριμένα στο Fortress Investment Group. Εκεί, όμως, του ανακοίνωσαν ότι απολύεται και με τη συνοδεία τριών bodyguards τον οδήγησαν στην έξοδο του κτιρίου! Αυτόπτες μάρτυρες λένε πως «ήταν ό,τι πιο εξευτελιστικό είδαν στη ζωή τους».