ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σταθερή αξία το ακίνητο για τους Ελληνες

s18_katoikia_0302

Αλώβητο διατηρείται το «όνειρο» απόκτησης κατοικίας για τους Ελληνες, παρά την οικονομική κρίση και την κατακόρυφη αύξηση των φόρων κατοχής ακινήτων τα τελευταία χρόνια. Σε σχετική πανευρωπαϊκή έρευνα που πραγματοποίησε η αλυσίδα μεσιτικών γραφείων RE/MAX προέκυψε ότι το 93,4% των ερωτηθέντων Ελλήνων (ανεξαρτήτως ηλικίας και εισοδήματος) θα ήθελε να ζει σε ιδιόκτητο ακίνητο, ενώ μόλις το 5% θα επέλεγε μισθωμένη κατοικία. Μάλιστα, το 81,8% θα ήθελε να ζει σε δική του μονοκατοικία-μεζονέτα, έναντι 11,6% που «ψηφίζει» διαμέρισμα, ενώ ανάλογη είναι και η τάση στην Ευρώπη, καθώς το 91% των Ευρωπαίων προτιμά την απόκτηση κατοικίας αντί της ενοικίασης. Σημειωτέον ότι σήμερα, περίπου επτά στους δέκα Ελληνες διαμένουν σε ιδιόκτητο ακίνητο.

Οσον αφορά τα χαρακτηριστικά του ακινήτου, οι Ελληνες προτιμούν σε ποσοστό 70% ένα ακίνητο της τάξεως των 91-150 τ.μ., ή περίπου 120 τ.μ. κατά μέσον όρο. Στον αντίποδα, διαμερίσματα έως 75 τ.μ. ή κατοικίες άνω των 200 τ.μ. τυγχάνουν μικρής απήχησης της τάξεως του 6,2% και 3,2% αντίστοιχα. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 131 τετραγωνικά και πέντε δωμάτια αντί για τέσσερα, που δηλώνουν οι Ελληνες. Εξαίρεση αποτελούν οι Πορτογάλοι που δηλώνουν ότι το ιδανικό σπίτι γι’ αυτούς θα έπρεπε να είναι επιφάνειας 211 τ.μ. (για να νιώσουν άνετοι και ασφαλείς), ενώ στην αντίπερα όχθη, οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου θα συμβιβάζονταν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και με ένα ακίνητο 80 τ.μ.

Εν τω μεταξύ, το 32,8% των Ελλήνων διαθέτει δευτερεύουσα ή εξοχική κατοικία, ποσοστό που είναι και το υψηλότερο πανευρωπαϊκά. Ακολουθούν με λίγο χαμηλότερα ποσοστά η Πολωνία, όπου το 25,1% των ερωτηθέντων απάντησε ότι έχει στην κατοχή του δεύτερη κατοικία, όπως επίσης και η Τουρκία με τους ιδιοκτήτες δεύτερης κατοικίας να φτάνουν το 24,8%. Στον αντίποδα βρίσκεται η Γερμανία όπου μόνο 5,4% των ερωτηθέντων δήλωσαν πως έχουν δεύτερο σπίτι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως η πλειονότητα αυτών που δεν κατέχουν δεύτερη κατοικία, δεν διαθέτουν ούτε κύρια. Συγκριτικά, οι ιδιοκτήτες δεύτερης κατοικίας είναι ήδη ιδιοκτήτες και κύριας κατοικίας κατά ποσοστό σχεδόν 40%.

Πάντως, οι κάτοχοι δεύτερης κατοικίας αναφέρουν σε ποσοστό 53,7% ότι αυτή βρίσκεται σε αγροτικές περιοχές, ενώ οι ίδιοι διαμένουν μόνιμα σε κάποιο αστικό κέντρο, είτε σε ιδιόκτητη είτε σε μισθωμένη κατοικία. Το 41,5% των ιδιοκτητών αναφέρει επίσης ότι προχώρησε σε αγορά δεύτερης κατοικίας για την κάλυψη παραθεριστικών αναγκών. Ταυτόχρονα, εξαιρετικά χαμηλό είναι και το ποσοστό των δεύτερων κατοικιών που βρίσκονται στο εξωτερικό, καθώς δεν ξεπερνούν το 1,2% του συνόλου για ακίνητα σε πόλεις και το 1,8% για ακίνητα σε κωμοπόλεις άλλης χώρας.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι από όσους δήλωσαν ότι μένουν σε ιδιόκτητη κατοικία, ποσοστό 41,85 ανέφερε ότι αυτή είναι μονοκατοικία ή μεζονέτα, έναντι μόλις 28,2% που δήλωσαν ότι διαμένουν σε διαμέρισμα. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον τόπο διαμονής, καθώς το 70% εκείνων που μένουν σε μονοκατοικία/μεζονέτα αφορά ανθρώπους που μένουν σε αγροτικές περιοχές, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για ενοικιαστές κατοικιών δεν ξεπερνά το 15%. Στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη –όπου οι ιδιοκτήτες ακινήτων συγκεντρώνουν επίσης το αξιοσημείωτο ποσοστό ιδιοκατοίκησης του 61%– είναι χαρακτηριστικό πως οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου και των Κάτω Χωρών κρατούν τα σκήπτρα σε ιδιοκτησίες μονοκατοικιών και μεζονετών, ενώ από την άλλη πλευρά Ισπανοί και Τούρκοι είναι πρωταθλητές όσον αφορά το ποσοστό ιδιόκτητων διαμερισμάτων.

Επίσης, σημαντικό στοιχείο της έρευνας είναι το γεγονός ότι ένας στους δύο που δηλώνει ότι έχει στην κατοχή του ιδιόκτητο ακίνητο, είναι ηλικίας από 50 έως 59 ετών. Ατομα της ίδιας ηλικίας που δήλωσαν ότι νοικιάζουν δεν ξεπέρασαν σε ποσοστό το 7,2%. Η επιλογή της ενοικίασης, επομένως, συνιστά χαρακτηριστικό των νεότερων ηλικιών, καθώς ενδεικτικά οι ενοικιαστές διαμερισμάτων είναι κατά 22,4% ηλικίας 20 έως 29 ετών.