ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση στο Ασφαλιστικό

ika6

​​Το Ασφαλιστικό βρίσκεται και πάλι στην κορυφή της αξιολόγησης από τους δανειστές, καθώς η επιδείνωση των οικονομικών δεικτών απαιτεί νέες ρυθμίσεις για τη βιωσιμότητά του. Δυστυχώς, η κυβέρνηση εγκλωβισμένη στην ανακολουθία των προεκλογικών της εξαγγελιών για το Ασφαλιστικό και στις μνημονιακές δεσμεύσεις που ανέλαβε τον Αύγουστο του 2015 έναντι των δανειστών, επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα, με εστίαση, κυρίως, στην αύξηση των εισφορών, τη μείωση των συντάξεων για τις επερχόμενες γενιές και τη δημιουργία ενός Ταμείου. Σε γενικές γραμμές, οι κυβερνητικές προτάσεις όχι μόνο δεν λύνουν τα προβλήματα, αλλά επισωρεύουν και νέα, καθώς, αν ισχύσουν, θα προκαλέσουν έκρηξη της «μαύρης» εργασίας, της εισφοροδιαφυγής και της φοροδιαφυγής. Επειδή, όμως, η συγκυρία είναι κρίσιμη, δεν είναι η ώρα για κριτική, αλλά για την αναζήτηση των προσφορότερων λύσεων για το κοινωνικό και εθνικό συμφέρον.

Τα προηγούμενα χρόνια, το Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης θωρακίστηκε με τη δημιουργία των απαραίτητων εργαλείων για τον έλεγχό του (ψηφιακά συστήματα ΗΛΙΟΣ, ΕΡΓΑΝΗ, ΑΤΛΑΣ κ.λπ.) από πλευράς παράνομων συντάξεων, παροχών και επιδομάτων. Ταυτόχρονα, απλοποιήθηκαν διαδικασίες και έγινε εισαγωγή της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Σε αυτή τη βάση μπορούμε να οικοδομήσουμε και να προχωρήσουμε, καθώς η κοινωνία δεν αντέχει άλλη περικοπή συντάξεων, αλλά ούτε και περαιτέρω αύξηση των εισφορών.

Η βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει ένα ανάλογο μείγμα πολιτικών. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η καλύτερη οργάνωση του συστήματος.

Η λειτουργικότερη πρόταση είναι αυτή των τριών Ταμείων Κύριας Ασφάλισης, ένα για το σύνολο των μισθωτών, ένα για όλους τους αυτοαπασχολούμενους και ένα για τους αγρότες. Και αυτό γιατί η κάθε κοινωνική ομάδα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να συμβαδίσουν σε ένα Ταμείο χωρίς να υπάρξουν αδικίες. Ταυτόχρονα, η λειτουργία ενός υπερ-Ταμείου μπορεί να γεννήσει φαινόμενα γραφειοκρατίας και δυσκαμψίας. Ετσι, ύστερα από ιδιαίτερα ενδελεχείς μελέτες και με προσεκτικά οργανωτικά βήματα, το καθένα από τα τρία αυτά Ταμεία Κύριας Ασφάλισης θα πρέπει να ομογενοποιήσει τη λειτουργία του και τις παροχές του με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, αειφορίας και εκσυγχρονισμού, υιοθετώντας την αρχή της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Ετσι, με αυτό τον τρόπο μπορεί να προκύψει μια οργανωτική δομή του
Ασφαλιστικού που θα εξοικονομεί πόρους και θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες του κάθε εργαζομένου.

Μια ουσιαστική παράμετρος του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης είναι η εμπιστοσύνη του κοινωνικού συνόλου προς αυτό. Η εμπιστοσύνη αυτή οικοδομείται στη βάση της βιωσιμότητας και της ανταποδοτικότητας. Σε αυτό τον στόχο σημαντική παράμετρος αποτελεί η ύπαρξη ατομικών μερίδων για κάθε ασφαλισμένο. Οι νυν εργαζόμενοι, όπως κι εκείνοι που περιμένουν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας, πρέπει να είναι σίγουροι ότι κατά πρώτον θα πάρουν σύνταξη, όταν συμπληρώσουν το απαιτούμενο όριο ηλικίας, και ότι η σύνταξη που θα λάβουν θα αντιστοιχεί στις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Η δομή ενός σύγχρονου Ασφαλιστικού Συστήματος πρέπει να είναι φιλική προς τους ασφαλισμένους και να τους παρέχει κίνητρα κατά της εισφοροδιαφυγής.

Εξίσου σημαντικός πυλώνας είναι η οικονομική ανάκαμψη. Οφείλουμε ως κοινωνία να δούμε καθαρά ότι η υγιής επιχειρηματικότητα, εκτός των άλλων, συμβάλλει ουσιαστικά στη βιωσιμότητα της κοινωνικής ασφάλισης. Η ανάπτυξη του παραγωγικού τομέα δεν εξασφαλίζει μόνο εισφορές για την κοινωνική ασφάλιση μέσω της αύξησης της απασχόλησης. Επιπλέον, δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες εισπραξιμότητας των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τα Ταμεία, γεγονός που συμβάλλει στη βελτίωση των οικονομικών τους δεδομένων. Η πολιτεία, λοιπόν, από τη μια πλευρά υποχρεούται να δώσει ώθηση στην επιχειρηματικότητα –αντί να θέτει εμπόδια–, και από την άλλη να λάβει μέτρα πάταξης της «μαύρης» εργασίας και της εισφοροδιαφυγής. Αντίστοιχα, πρέπει να δοθούν κίνητρα –και όχι αντικίνητρα, όπως με τις τελευταίες κυβερνητικές προτάσεις– για την παράταση του εργασιακού βίου των πολιτών. Ταυτόχρονα, η πολιτεία οφείλει να διευκολύνει την είσοδο των νέων στην αγορά εργασίας, για να βελτιωθεί η αντιστοιχία μεταξύ ασφαλισμένων και συνταξιούχων.

Είναι αναγκαίο, επίσης, να επανέλθει η «Ρήτρα Μηδενικού Ελλείμματος» στην επικουρική ασφάλιση, ώστε να υπάρχει ένας χρήσιμος δείκτης της βιωσιμότητάς τους. Ταυτόχρονα, η πολιτεία οφείλει για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης να αναπληρώσει τις απώλειες που είχαν τα αποθεματικά τους από το PSI. Και αυτό, γιατί τα Επικουρικά Ταμεία δεν χρηματοδοτούνται από κρατικές πηγές.

Σε ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα, όπως το Ασφαλιστικό, ο διάλογος μεταξύ των ειδικών, της πολιτείας και των κοινωνικών φορέων είναι η κατεύθυνση που επιβάλλεται να κινηθούμε. Με γνώμονα το εθνικό και συλλογικό συμφέρον και στόχευση στην αειφορία και βιωσιμότητά του μακριά από συντεχνιακά συμφέροντα, προσωπικές επιδιώξεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις θα προχωρήσουμε σε μια δίκαιη και ρεαλιστική Κοινωνική Ασφάλιση.

* Ο κ. Παναγιώτης Κόκκορης είναι οικονομολόγος, πρ. γενικός γραμματέας Κοινωνικής Ασφάλισης.