ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Πόσο αξίζει μια κρατική εγγύηση;

greece--2

Τ​​ο κράτος, όπως έχει τονίσει επανειλημμένως ο κ. Κατρούγκαλος, έχει πλήρη εγγυητική υποχρέωση και για την εθνική και για την ανταποδοτική σύνταξη.

Είναι σωστό η εθνική σύνταξη να είναι εγγυημένη από το κράτος, δηλαδή από τους φόρους που πληρώνουμε. Είναι σωστό διότι είναι υποχρέωση της κοινωνίας να αντιμετωπίζει τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Και είναι επίσης σωστό να αποδίδεται χωρίς εισοδηματικά κριτήρια (αντίθετα με αυτό που ισχυρίζονται οι θεσμοί), πρώτον, διότι τα εισοδηματικά κριτήρια ελέγχονται κατά τη συλλογή των φόρων – ο πλούσιος θα πληρώσει πολλαπλάσιο της εθνικής σύνταξης που θα λάβει, ενώ ο φτωχός θα πληρώσει κλάσμα. Και, δεύτερον, διότι ο έλεγχος των εισοδηματικών κριτηρίων κοστίζει και, πιθανόν, ανοίγει και «παραθυράκια».

Ως εδώ λοιπόν πάμε καλά. Το κράτος έχει εγγυηθεί ό,τι χρειάζεται για να αντιμετωπισθούν η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Το μεγάλο ελληνικό κράτος, όμως, εγγυάται περισσότερα. «Ωραία», θα πούνε σχεδόν αυτόματα οι περισσότεροι σημερινοί εργαζόμενοι – «από τη στιγμή που πληρώνω εισφορές προτιμώ να είναι εγγυημένη η σύνταξή μου από το να μην είναι».

Ας υποθέσουμε, όμως, ότι ζούμε σε μια χώρα όπου η ανταποδοτική σύνταξη δεν είναι εγγυημένη. Πώς αλλάζει η ζωή μας;

1. Χωρίς εγγύηση δεν υπάρχει αναλογιστική υποχρέωση, δεν υπάρχει αναλογιστικό έλλειμμα και τα νούμερα δουλεύουν και για τον πρόεδρο του Eurogroup κ. Dijsselbloem και για τους Lagarde και Thomsen από το IMF. Το ασφαλιστικό είναι αυτομάτως δημοσιονομικά βιώσιμο.

2. Από τη στιγμή που το κράτος δεν πρέπει να μαζέψει τα χρήματα που εγγυάται, δεν θα έχει λόγο να επιβάλει το ύψος των εισφορών. Μπορεί να προτείνει, να δώσει φορολογικά κίνητρα, να επιμορφώσει, αλλά όχι να επιβάλει. Αν για παράδειγμα οι αγρότες αρκούνται στην εθνική σύνταξη μπορούν να αποφασίσουν να μην καταβάλλουν καθόλου εισφορές.

3. Και, τέλος, από τη στιγμή που το κράτος δεν εγγυάται την ανταπόδοση στις εισφορές, δεν δικαιούται να τις ακουμπήσει. Διότι αν τις πάρει χωρίς να εγγυάται την επιστροφή τους, θα είναι κλοπή.
Αυτός, πιθανότατα, είναι και ο λόγος που υπάρχει η εγγύηση – για να μπορεί το κράτος να χρησιμοποιεί τις εισφορές κατά το δοκούν. Το δοκούν στην προκειμένη περίπτωση είναι να χρησιμοποιούνται όλα τα χρήματα που εισφέρονται για να πληρώνονται οι σημερινές συντάξεις. Στο ταμείο δεν μένει τίποτα και άρα δεν επενδύεται τίποτα. Η μη επένδυση σημαίνει μηδενική απόδοση.

Για να γίνει κατανοητή η σημασία αυτής της απόφασης του κράτους, αξίζει να δούμε ένα παράδειγμα. Ας θεωρήσουμε έναν «αναλογιστικό άνθρωπο» που δουλεύει από 27 μέχρι 65 ετών με μέσες αποδοχές 30.000 τον χρόνο και πεθαίνει στα 81 του χρόνια. Σύμφωνα με το προσχέδιο του κ. Κατρούγκαλου, αυτός ο άνθρωπος θα εισφέρει 500 ευρώ τον μήνα και θα δικαιούται σύνταξη 1.072 ευρώ τον μήνα. Εάν όμως οι εισφορές του επενδύονται με απόδοση 2,5% (σημειώστε ότι η μακροχρόνια ετήσια αύξηση του παγκόσμιου πραγματικού ΑΕΠ είναι περίπου 3,5%), τότε για να πάρει την ίδια σύνταξη 1.072 τον μήνα αρκεί να καταβάλλει 225 ευρώ τον μήνα. Ούτε τα μισά! Οι εισφορές, αντί να πρέπει να είναι 20% των αποδοχών, θα έπρεπε να είναι 9%.

Η κρατική εγγύηση επομένως κοστίζει στην πραγματική οικονομία (δηλαδή την ανάπτυξη και την απασχόληση), συντηρητικά, 10% στο κόστος εργασίας. Φυσικά, αν δεν υπάρχουν στο μέλλον τα λεφτά για να τιμήσει το κράτος την εγγύησή του, κοστίζει ακόμη περισσότερο.

Το συμπέρασμα: Το μοντέλο που θέλει τις εισφορές να καταναλώνονται αντί να επενδύονται αποτελεί εγκληματική σπατάλη πόρων. Και επομένως συμφέρει όλους τους νέους εργαζομένους αλλά και την οικονομία να αποσυρθεί η εγγύηση του κράτους από τις ανταποδοτικές συντάξεις.

Φυσικά, δεν συμφέρει τους σημερινούς συνταξιούχους ή αυτούς που πλησιάζουν στη σύνταξη (διότι αυτοί ή είναι στη φάση που λαμβάνουν ή είναι στο σημείο όπου οι υπολειπόμενες εισφορές είναι λιγότερες από τις συντάξεις που προσδοκούν να λάβουν).

Για να μεταβούμε από το σημερινό μοντέλο (του «τζίτζικα») στο νέο (του «μέρμηγκα»), θα πρέπει να μοιράσουμε το κόστος της μετάβασης. Το εγχείρημα είναι περίπλοκο, επειδή κάποιοι συνταξιούχοι αξίζουν τη σύνταξη που παίρνουν διότι έχουν καταβάλει τις απαιτούμενες εισφορές ενώ κάποιοι επιδοτούνται –μερικές φορές σημαντικά– από τους φορολογούμενους. Και είναι δύσκολο διότι πρέπει να γίνει σε συνθήκες λιτότητας.

Πρώτον, πρέπει να μετρηθεί η αναλογιστική υποχρέωση των σημερινών συντάξεων πέραν της εθνικής σύνταξης. Είναι 200 δισ.; Είναι 400 δισ. ευρώ. Είναι σημαντικό να ξέρουμε το νούμερο για να γίνει σοβαρή συζήτηση.

Οι πόροι που έχουμε στη διάθεσή μας είναι:

(α) Προϋπολογισμός: Οι θεσμοί θέλουν να περιορίσουμε τη δαπάνη του προϋπολογισμού στα 16 δισ. ευρώ, περίπου. Η εθνική σύνταξη κοστίζει πολύ λιγότερο. Αρα υπάρχει κάποιο «μαξιλάρι» στον προϋπολογισμό.

(β) Κοινωνικοί εταίροι: Το κράτος να συνεννοηθεί με τους κοινωνικούς εταίρους να δει μήπως θα δέχονταν να πληρώνουν μια έξτρα εισφορά 2-3% υπέρ σημερινών συνταξιούχων για κάποια χρόνια.

(γ) Αύξηση φόρων: Απλώς και μόνο λόγω της μείωσης των εισφορών.

(δ) Μείωση συντάξεων: Οχι οριζόντια, όχι αναλογικά με το ύψος της σύνταξης, αλλά αναλογικά με το ύψος της επιδότησης από τους φορολογουμένους.

(ε) Δανεισμός από τους εταίρους.

Το (δ) θα συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τους συνταξιούχους. Το (ε) θα συναντήσει σίγουρα μεγάλη αντίσταση από τους εταίρους. Με αντίτιμο όμως την άμεση βιωσιμότητα του ασφαλιστικού και την άμεση αύξηση της δυναμικής της οικονομίας, το πόσο θα πληρώσουν οι σημερινοί συνταξιούχοι και πόσο οι Ευρωπαίοι εταίροι είναι, επιτέλους, αντικείμενο έντιμης διαπραγμάτευσης.

* Ο κ. Αλέξανδρος Μάνος είναι σύμβουλος διοίκησης της Τράπεζας Πειραιώς.