ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Κοινωνική ασφάλιση, ιδιωτική ασφάλιση ή και κάτι άλλο;

13s1ap

Από την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και μετά, ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται γύρω από τις δεσμεύσεις του ελληνικού κράτους, με κορωνίδα αυτών τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Από τον μέχρι τώρα διάλογο, ακόμα και αν παραβλέψουμε τις ενστάσεις ως προς την καταλληλότητα και αποτελεσματικότητα της προτεινόμενης μεταρρύθμισης, το βέβαιο είναι ότι οι κρατικές συνταξιοδοτικές παροχές πρόκειται να μειωθούν σημαντικά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ανάγκη να συμπληρωθούν αυτές από άλλες, κατάλληλες και ικανές πηγές.

Ο διάλογος γύρω από τη βιωσιμότητα των παραδοσιακών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και της συμπληρωματικής λειτουργίας άλλου είδους εναλλακτικών συστημάτων έχει ανοίξει στην Ευρωπαϊκή Eνωση ήδη από τη δεκαετία του 1990, οπότε και είχε γίνει εμφανής ο κίνδυνος, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, να οδηγηθούν οι κρατικοί συνταξιοδοτικοί φορείς σε αδυναμία να εξασφαλίσουν επαρκείς παροχές για το σύνολο των πολιτών. Το πρώτο απτό αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου ήταν η ρύθμιση του θεσμού της επαγγελματικής ασφάλισης, του λεγόμενου και β΄ πυλώνα ασφάλισης, με την Οδηγία 2003/41, η οποία ρυθμίζει τις δραστηριότητες των λεγόμενων Παρόχων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτήσεων (ΠΕΣ), των φορέων, δηλαδή, συλλογής και διαχείρισης χρημάτων με σκοπό την παροχή επαγγελματικών συνταξιοδοτήσεων που λειτουργούν με βάση είτε σύμβαση μεταξύ χρηματοδοτούσας επιχείρησης και εργαζομένων της είτε με πρωτοβουλία ομάδας εργαζομένων ή του ίδιου του εργοδότη και πάντως σύμφωνα με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Στόχος της ρύθμισης αυτής ήταν να συνδυαστεί η ευελιξία και η ανταγωνιστικότητα του ιδιωτικού τομέα με τη μέγιστη δυνατή εξασφάλιση των φορέων, την οποία θα διασφάλιζε η κρατική εποπτεία αυτών, και να συμπληρωθεί έτσι το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα με μια υβριδική μορφή ιδιωτικής αλλά όχι εμπορικής ασφάλισης πολύ αυστηρά εποπτευόμενης από το κράτος. Η προσέγγιση δε της ευρωπαϊκής ρύθμισης των επαγγελματικών συντάξεων ήταν «φορεοκεντρική», εστίαζε με άλλα λόγια στις απαιτήσεις δομής και λειτουργίας των ΠΕΣ και όχι στις ίδιες τις παροχές, στοχεύοντας παράλληλα στην ανάπτυξη ανταγωνιστικής και διασυνοριακής αγοράς μεταξύ των ΠΕΣ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Η συμπλήρωση και συνδρομή του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος μέσω φορέων παροχής επαγγελματικών συντάξεων, κατά τα πρότυπα και τις στοχεύσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μέχρι στιγμής δεν έχει επιφέρει πλήρως τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ναι μεν τα κράτη-μέλη έχουν υιοθετήσει το μοντέλο του β΄ πυλώνα, άλλα με εντυπωσιακή διάδοση (όπως η Πολωνία) και άλλα με σχεδόν μηδενική (όπως η χώρα μας), η δημιουργία όμως και ανάπτυξη μιας πανευρωπαϊκής σχετικής αγοράς παροχής προϊόντων συμπληρωματικής ασφάλισης δεν έχει επιτευχθεί. Παράλληλα, η οικονομική κρίση οδήγησε την Ε.Ε. προς μια κατεύθυνση όλο και μεγαλύτερης ομοσπονδιοποίησης σε θεσμικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές Αρχές να αποκτούν σταδιακά όλο και περισσότερες αποφασιστικές αρμοδιότητες, σε αντίθεση με τον αποκλειστικά συμβουλευτικό ρόλο που είχαν αρχικά, και να διαγράφουν πλέον αυτές τις κατευθύνσεις της Ε.Ε. σε νομοθετικό επίπεδο.

Σε ό,τι αφορά τον τομέα της ιδιωτικής ασφάλισης (που είναι ο α΄ πυλώνας) και των επαγγελματικών συνταξιοδοτήσεων (που είναι ο β΄ πυλώνας), η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων & Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA), ανταποκρινόμενη σε σχετικό αίτημα της Ε.Ε. για τεχνική συνδρομή, άρχισε να σχεδιάζει το επόμενο βήμα στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, συμπληρωματικών προς την κοινωνική ασφάλιση. Τον Σεπτέμβριο του 2015 παρουσίασε τις βασικές κατευθύνσεις για τη δημιουργία ενός τυποποιημένου Πανευρωπαϊκού Προϊόντος Ατομικής Σύνταξης (Pan-European Personal Pension Product – PEPP). Από την παρουσίαση αυτή της EIOPA φαίνεται ότι στόχος του επόμενου αυτού βήματος είναι η ενθάρρυνση της ιδιωτικής αποταμίευσης για συνταξιοδοτικές παροχές, αλλά και η δημιουργία ενός νέου, ατομικού συνταξιοδοτικού προϊόντος, το οποίο θα ρυθμίζεται ενιαία σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και θα μπορεί να παρέχεται ελεύθερα εντός της εσωτερικής αγοράς.

Από την παρουσίαση της EIOPA φαίνεται ότι η επικείμενη επίσημη πρότασή της προς την Επιτροπή, σε αντίθεση με την επιλογή που είχε γίνει κατά τη ρύθμιση των επαγγελματικών συντάξεων, θα έχει «προϊοντοκεντρική» κατεύθυνση. Επίκεντρο της πρότασης για νομοθετική πρωτοβουλία θα είναι τα γνωρίσματα που θα πρέπει να φέρουν τα PEPP προκειμένου να μπορούν να αδειοδοτηθούν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, με την πρόβλεψη τόσο υποχρεωτικών χαρακτηριστικών (απλότητα, διαφάνεια, αποδοτικότητα κόστους, εύρυθμη διακυβέρνηση) όσο και χαρακτηριστικών που μπορούν να διαφέρουν μεταξύ των διαφορετικών PEPP (ηλικία συνταξιοδότησης, κάλυψη βιομετρικών κινδύνων κ.λπ.). Συνέπεια του «προϊοντοκεντρικού» χαρακτήρα είναι και η ευελιξία ως προς τους φορείς που θα μπορούν να παρέχουν τα PEPP στο καταναλωτικό κοινό. Ναι μεν και αυτοί θα υπόκεινται στην εποπτεία και αδειοδότηση των εθνικών αρχών που θα ορισθούν ως αρμόδιες για τα PEPP, η άδεια όμως παροχής PEPP θα παρέχεται σε όλες τις επιχειρήσεις που έχουν εμπειρία σε μακροπρόθεσμα επενδυτικά προϊόντα (ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών, πιστωτικά ιδρύματα κ.λπ.) και για τις οποίες θα εκτιμάται ότι μπορούν να αντεπεξέλθουν στις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις που συνεπάγεται η παροχή πανευρωπαϊκών ιδιωτικών συμπληρωματικών συντάξεων.

Η νέα κατεύθυνση προς την οποία κινείται η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων & Επαγγελματικών Συντάξεων προαναγγέλλει κατά κανόνα και την κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί και ο Ευρωπαίος νομοθέτης. Η πορεία από το μονοπώλιο του κράτους στον τομέα των συνταξιοδοτικών παροχών, στην πρόβλεψη των επαγγελματικών συντάξεων και τελικά στην πρόταση για τα PEPP, δείχνει τη σταδιακή κίνηση προς επικράτηση δύο διαφορετικών αντιλήψεων, με τις οποίες θα πρέπει να συμβαδίσει και η ελληνική πραγματικότητα: αφενός, ότι θα πρέπει και ο ίδιος ο πολίτης να γίνει «κύριος», «owner» της εξασφάλισης της συμπληρωματικής συνταξιοδότησής του και, κατ’ επέκταση, της οικονομίας του κράτους εν γένει και, αφετέρου, ότι η λύση των εθνικών προβλημάτων μπορεί να βρεθεί στη μεγαλύτερη ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς και στην προοδευτική κατάργηση των συνόρων σε όλους τους τομείς, πράγμα που σήμερα ειδικά ακούγεται οξύμωρο, λόγω του μεταναστευτικού.

* Η κ. Βικτωρία Χατζάρα, LL.M., είναι συνεργάτις της διεθνούς νομικής εταιρείας Ρόκας Δικηγορική Εταιρία.