ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι καταναλωτές προμηθεύτηκαν κάρτες αλλά οι επιχειρήσεις δεν πήραν POS

20s3kartes
20s3epaggelmaties

Ανέτοιμος είναι ο εμπορικός κόσμος της χώρας για τη διάδοση του «πλαστικού χρήματος» με την υποχρεωτική χρήση χρεωστικών και πιστωτικών καρτών για καθημερινές συναλλαγές. Το σχέδιο της κυβέρνησης για χτίσιμο του αφορολόγητου ορίου για τα εισοδήματα του 2016 με βάση τις συναλλαγές με κάρτες προσκρούει στο χαμηλό ποσοστό διείσδυσης των μηχανημάτων POS σε μια μεγάλη κατηγορία εμπορικών καταστημάτων και κυρίως στην ανυπαρξία σχεδόν αντίστοιχων τερματικών σε επαγγελματικές κατηγορίες όπως υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, γιατροί, δικηγόροι, στους οποίους συγκεντρώνεται και μεγάλος όγκος της φοροδιαφυγής στη χώρα μας. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, η διάδοση της χρήσης των χρεωστικών και πιστωτικών καρτών μπορεί να αποφέρει στο κράτος έσοδα από 700 εκατ. έως και 1,6 δισ. ευρώ –με βάση το αισιόδοξο σενάριο– από το πρώτο έτος και η ανετοιμότητα που διαπιστώνεται μετατοπίζει το βάρος στους συνεπείς φορολογουμένους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει η «Κ», τα τερματικά που υπάρχουν στην αγορά ανέρχονται σε 220.000 και παρά την άνοδο της ζήτησης που προκάλεσε η επιβολή των capital controls, μόλις και μετά βίας καλύπτουν τη μισή αγορά των εμπορικών καταστημάτων. Οι υπολογισμοί του υπουργείου Οικονομικών ανεβάζουν τον απαιτούμενο αριθμό τερματικών προκειμένου να υπάρξει ικανοποιητική γεωγραφική κάλυψη σε βασικές κατηγορίες μικρών εμπορικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών στις 450.000 – 500.000, στόχος που δείχνει απαγορευτικός για το 2016.

Σε ό,τι αφορά τους καταναλωτές, σχεδόν καθολική είναι πλέον μετά τα capital controls η ύπαρξη χρεωστικών καρτών που σύμφωνα με τα στοιχεία του 2015 έφτασαν τα 10,7 εκατομμύρια, καλύπτοντας το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της χώρας. Στον αντίποδα είναι η εξέλιξη των πιστωτικών καρτών, που υπό το βάρος των υψηλών επισφαλειών που συγκέντρωσε ο κλάδος κατά τη διάρκεια της κρίσης, αλλά και εξαιτίας του περιορισμού των αριθμών των τραπεζών στη χώρα, συρρικνώθηκαν περαιτέρω το 2015 και υποχώρησαν στα 2,5 εκατομμύρια, από 3,1 εκατομμύρια το 2014 και 6 εκατομμύρια το 2009.

Το έλλειμμα σε τερματικά μηχανήματα που υπάρχει στα σημεία πώλησης είναι και η βασική αιτία για τη χαμηλή διείσδυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, που διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος της εμπορικής δραστηριότητας και το μέγεθος των καταστημάτων. Ετσι το ποσοστό διείσδυσης των καρτών κυμαίνεται από το υψηλό 35% –από 15% πριν από την επιβολή των capital controls– στα σούπερ μάρκετ της χώρας, το σύνολο των οποίων δέχεται συναλλαγές με κάρτες, σε ποσοστό κάτω του 5%, όταν στη μέτρηση υπολογίζονται και τα μικρά καταστήματα τροφίμων.

Αποκαρδιωτική είναι η εικόνα στους ελεύθερους επαγγελματίες, στους οποίους η αποδοχή καρτών βρίσκεται σε επίπεδα κάτω του 2%, ακόμη και μετά τα capital controls, που κινητοποίησε κάποιες κατηγορίες να προμηθευτούν τερματικά. Αντίστοιχη είναι η εικόνα των καφέ, των μπαρ και εν γένει των κέντρων διασκέδασης, που κρατούν τα σκήπτρα για συναλλαγές με μετρητά με εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά διείσδυσης του «πλαστικού χρήματος», αφού η συντριπτική πλειονότητά τους δεν έχει καν POS. Με υψηλότερα ποσοστά διείσδυσης του «πλαστικού χρήματος», που κυμαίνονται μεταξύ 10% και 30% ανάλογα εάν είναι σημεία σε τουριστικές περιοχές, ακολουθούν τα καταστήματα εστίασης, ενώ στο 15% διαμορφώνεται ο βαθμός διείσδυσης σε καταστήματα ένδυσης και υπόδησης, ποσοστό που φθάνει όμως και στο 50% όταν οι αγορές γίνονται σε μεγάλα πολυκαταστήματα ή εμπορικά κέντρα.

Ο κατακερματισμός της αγοράς έτσι όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία για τον αριθμό των μικρών καταστημάτων, όπως τα κομμωτήρια, τα κέντρα αισθητικής ή τα μικρά καταστήματα τροφίμων (μανάβικα, ψαράδικα κ.λπ.) που λειτουργούν, καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την ευρύτερη κάλυψη των σημείων πώλησης με τερματικά POS και ευνοεί την ανάπτυξη της φοροδιαφυγής. Εναλλακτικά, οι τράπεζες μελετούν τη διάδοση των πληρωμών μέσω κινητού, μια πρακτική που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ευρώπη και δίνει τη δυνατότητα για τη μεταφορά χρημάτων από λογαριασμό σε λογαριασμό μέσω κινητού. Η εφαρμογή αναμένεται να είναι έτοιμη μέσα στο πρώτο εξάμηνο του έτους.

Κίνητρα

Κατά τη μελέτη του ΙΟΒΕ, τα κίνητρα για τη διάδοση του «πλαστικού χρήματος» θα μπορούσαν να είναι η παροχή έκπτωσης επί της αξίας των συναλλαγών, που θα ξεκινά από 1% για αγορά αγαθών και υπηρεσιών από κλάδους με χαμηλό κίνδυνο φοροδιαφυγής και θα κλιμακώνεται έως και 10% σε κλάδους υψηλού κινδύνου για φοροδιαφυγή. Το κίνητρο μπορεί να συνδυαστεί με τη συμμετοχή των καταναλωτών σε λοταρία ειδικά για τις αγορές αγαθών ή υπηρεσιών από κλάδους που εμφανίζουν υψηλή φοροδιαφυγή, μεγιστοποιώντας τα δυνητικά οφέλη από τη διεύρυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών, και μπορεί να επεκταθεί και στις επιχειρήσεις με τη μείωση του φόρου εισοδήματος ή τη συμμετοχή τους επίσης σε λοταρίες. Στα προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνονται η υποχρεωτική αποδοχή ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής για συναλλαγές με αξία πάνω από 30 ευρώ σε κλάδους με υψηλό κίνδυνο φοροδιαφυγής, η υποχρεωτική αποδοχή ηλεκτρονικών πληρωμών με επιδότηση για την εγκατάσταση τερματικών POS σε επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω των 150.000 ευρώ που δραστηριοποιούνται σε κλάδους με μέτριο προς υψηλό κίνδυνο φοροδιαφυγής, η διάθεση τερματικών σε όλα τα καταστήματα των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, η υποχρεωτική χρήση μεταφορών πίστωσης για τις εισπράξεις στα τελωνεία και η καθολική χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής στις ΔΟΥ.

Παραοικονομία

Τη διασύνδεση της παραοικονομίας με την περιορισμένη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών επιβεβαιώνει η μελέτη του τμήματος οικονομικής ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, που αποκάλυψε ότι το «μαύρο» χρήμα που ήρθε στην επιφάνεια λόγω της επιβολής των capital controls και της αύξησης της χρήσης των χρεωστικών και πιστωτικών καρτών, ήταν ο κύριος παράγοντας που συνέβαλε στην αναχαίτιση της ύφεσης το 2015. Οπως μάλιστα διαπιστώνει, εάν η άνθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών συνεχιστεί, είναι ικανή να εξουδετερώσει το υφεσιακό αποτέλεσμα από την εφαρμογή των νέων μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής το 2016.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, μια ετήσια αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών της τάξεως του 10% προσθέτει περίπου 0,2% κατά μέσον όρο στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ. Εάν μάλιστα οι ηλεκτρονικές πληρωμές έφθαναν κοντά στον μέσο όρο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, δηλαδή στο 12% από 6,8%, η αύξηση του ΑΕΠ σωρευτικά θα έφθανε τα 4,5 δισ. ευρώ έως το 2020 και τα φορολογικά έσοδα θα αυξάνονταν κατά 1,5 δισ. ευρώ. Οι ηλεκτρονικές συναλλαγές αυξήθηκαν κατά 90%, περίπου, το δεύτερο εξάμηνο του 2015, μεγέθυνση που αντιστοιχεί σε αύξηση της τελικής δαπάνης άνω του 1 δισ. ευρώ κατά την ίδια περίοδο. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται μάλιστα στη συντηρητική υπόθεση ότι περίπου το ένα τέταρτο της αύξησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών αντιστοιχεί σε συναλλαγές που πριν από τα capital controls εντάσσονταν στην παραοικονομία και κατά συνέπεια η καθαρή θετική επίδραση υπερβαίνει το 1% του ΑΕΠ του δεύτερου εξαμήνου του 2015.