ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Οταν η διαχείριση της κρίσης βαπτίζεται ασφαλιστική μεταρρύθμιση

asfalistiko1--2

Είμαστε ήδη στον έκτο χρόνο της κρίσης και στο τρίτο μνημόνιο. Η κοινωνική ασφάλιση παραμένει στο επίκεντρο των εξελίξεων. Η συζήτηση εστιάζεται στο αν θα μειωθούν έτι περαιτέρω οι συντάξεις και πώς θα νομοθετηθεί μια ακόμη ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Προηγουμένως όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουν ορισμένα πράγματα:

1. Αλλο είναι η διαχείριση της κρίσης και άλλο η ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Η πίεση των δανειστών δεν αφορά την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αλλά την κάλυψη του ταμειακού ελλείμματος. Είναι σαφές ότι μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση δεν γίνεται εσπευσμένα και υπό την πίεση της αξιολόγησης. Προϋποθέτει κοινωνικό διάλογο, κοινωνική συναίνεση, σοβαρή μελέτη των εναλλακτικών προτάσεων των ειδικών, αναλογιστικές μελέτες και επιλογές που στηρίζονται σε στάθμιση των οικονομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων κάθε πρότασης. Οι ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται κατά καιρούς στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. πληρούν όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις και επιδιώκεται η βιωσιμότητα της κοινωνικής ασφάλισης και η επάρκεια των παροχών.

2. Η συζήτηση για τον «πυρήνα» του δικαιώματος στην παροχή που δεν μπορεί να θιγεί πρέπει να λάβει υπόψη της τα εξής ιδιαίτερα δυσμενή πραγματικά δεδομένα: Με βάση τις μνημονικές δεσμεύσεις μας, η δαπάνη για την κοινωνική ασφάλιση ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει συνολικά το 15,5%. Στην περίοδο της κρίσης, το ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί περίπου κατά 27%. Οι άνεργοι ανέρχονται περίπου σε 1.350.000. Οι μισθοί των εργαζομένων, ιδίως των νέων, είναι πολύ μικρότεροι από τους μισθούς πριν από την κρίση. Ο κατώτατος μισθός είναι μικρότερος από την κατώτατη σύνταξη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος Ηλιος (Ιούλιος 2015), οι συνταξιούχοι ανέρχονται σε 2.663.000, ενώ το 27% των νέων συνταξιούχων είναι ηλικίας 56-62 ετών (επίσης, εκκρεμούν περίπου 160.000 αιτήσεις για συνταξιοδότηση). Σε αυτό το δυσμενές οικονομικό πλαίσιο είναι σαφές ότι μοναδική διέξοδος είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και του ΑΕΠ. Είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι οι συντάξεις θα μείνουν αλώβητες. Εξάλλου, η αύξηση των ήδη υψηλών εισφορών δεν είναι αντικειμενικά σε θέση να επιλύσει το πρόβλημα. Αντιθέτως, αποτελεί κίνητρο για εισφοροδιαφυγή και εγκατάσταση στην αλλοδαπή.

3. Η απόφαση 2287/2015 (Ολ.) ΣτΕ δέχεται ότι η σύνταξη πρέπει να εξασφαλίζει ένα επίπεδο ζωής παραπλήσιο με αυτό που θα είχε ο συνταξιούχος, αν εργαζόταν. Το μέτρο της αναπλήρωσης κρίνεται με βάση τον συγκρίσιμο εργαζόμενο λαμβάνοντας υπόψη και την 102 ΔΣΕ και τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλειας. Με αυτές τις παραδοχές και με δεδομένο ότι οι εργαζόμενοι σήμερα καλούνται να καταβάλουν σημαντικά υψηλότερες εισφορές και θα δικαιούνται σημαντικά μικρότερες συντάξεις μπορεί να γίνει η συζήτηση για το ύψος των καταβαλλόμενων συντάξεων.

4. Η αντιμετώπιση της κρίσης μόνο με εφαρμογή των αξιών που διέπουν την κοινωνική ασφάλιση μπορεί να γίνει. Συγκεκριμένα, με την εφαρμογή της αρχής της ανταποδοτικότητας και παράλληλα τη διασφάλιση των κατώτατων συντάξεων. Με τη διάκριση μεταξύ της κοινωνικής πρόνοιας από την κοινωνική ασφάλιση. Με την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των γενεών αφενός και μεταξύ των ασφαλισμένων της ίδιας γενιάς αφετέρου. Ωστόσο, η εξομοίωση ανόμοιων κατηγοριών, όπως για παράδειγμα μισθωτών με ελεύθερους επαγγελματίες, συνιστά καταφανώς άνιση μεταχείριση. Με τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος.

5. Στο ερώτημα αν μπορούσε να γίνει κάτι καλύτερο η απάντηση είναι: Σαφώς ναι! Θα έπρεπε από 1.1.2015 να είχαν πλήρως εφαρμοσθεί οι νόμοι που είχαν θεσπιστεί από το 2010. Να εκτιμηθεί ύστερα από έτος εφαρμογής αν και πόσο απέδωσαν τα μέτρα και να γίνουν βελτιώσεις στις παραμέτρους τους. Να γίνουν μελέτες οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων όσον αφορά τις επιπτώσεις των περικοπών των συντάξεων και να αποφασισθεί το πρακτέο. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι το πραγματικό συμφέρον των συνταξιούχων είναι να διατηρηθεί η ικανότητα του συστήματος να καταβάλλει συντάξεις. Παράλληλα, θα μπορούσε να ξεκινήσει συζήτηση για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση και να μελετηθεί η προβληματική των αντίστοιχων ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων.

6. Τέλος, η αλλαγή του συστήματός μας από σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε σύστημα κοινωνικής ασφάλειας, δηλαδή σύστημα ενιαίων, ομοιόμορφων ελάχιστων παροχών χρηματοδοτούμενων κατ’ ουσίαν από τη φορολογία, δεν μπορεί να γίνει με νόμο. Το σύστημα που εφαρμόζουμε καθιερώνεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος με ρητή αναφορά στους εργαζομένους και σύνδεση της ασφάλισης με την εργασία και τις αντίστοιχες επαγγελματικές κατηγορίες. Η πολλαπλότητα των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ανάλογα με το είδος της απασχόλησης) και η αναπλήρωση του εισοδήματος (με αναλογία παροχών και εισφορών) αποτελούν πλεονεκτήματα που δεν μπορεί ο κοινός νομοθέτης να απεμπολήσει και η κοινωνία αντιδρά σε αυτήν τη μεθόδευση. Η αποδόμηση του συστήματός μας έχει διαχρονικά υψηλότερο τίμημα από ό,τι οι περικοπές των παροχών.

* Η κ. Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών.