ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Και οι αλλαγές στην Επιτροπή Ανταγωνισμού θα κρίνουν την αξιολόγηση

02s4epitropi

Την ύπαρξη διαβουλεύσεων με την ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να υπάρξουν αλλαγές στην πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση για την Επιτροπή Ανταγωνισμού, επιβεβαίωσε η αρμόδια Ευρωπαία επίτροπος Μαργκρέτε Βεστάγκερ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της ευρωβουλευτού της Ν.Δ. Μ. Σπυράκη. Επιπλέον, από την απάντηση της επιτρόπου προκύπτει ότι το ζήτημα αποτελεί μέρος της αξιολόγησης του μνημονίου.

«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τις ελληνικές αρχές για να εξασφαλίσει ότι η τροπολογία στον ελληνικό νόμο ανταγωνισμού 3959/2011, η οποία εγκρίθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2016, δεν θίγει την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης από την ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απάντηση της Μ. Βεστάγκερ.

Υπενθυμίζεται ότι στην επίμαχη τροπολογία υπήρχαν «φωτογραφικές διατάξεις», με στόχο την απομάκρυνση συγκεκριμένων προσώπων από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, αλλαγές σε ό,τι αφορά τον πειθαρχικό έλεγχο και γενικότερα παρεμβάσεις που θεωρείται ότι θίγουν την ανεξαρτησία της αρχής. Επί της ουσίας η τροπολογία έχει μείνει ανενεργή –προφανώς μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαβουλεύσεις με την Κομισιόν–, καθώς δύο μήνες μετά δεν έχει εκδοθεί διαπιστωτική πράξη απόλυσης του αντιπροέδρου της Ε.Α., Δ. Λουκά. Ο κ. Λουκάς, βάσει της εν λόγω τροπολογίας, θα έπρεπε εντός ενός μηνός να αποχωρήσει από την Ε.Α., καθώς θεσπίστηκε ασυμβίβαστο της ιδιότητάς του ως αντιπροέδρου της ανεξάρτητης αρχής με το γεγονός ότι είναι σύζυγος βουλευτή. Από την απάντηση της επιτρόπου γίνεται σαφές ότι η όποια αναθεώρηση του νόμου περί ανταγωνισμού αποτελεί μέρος του τελευταίου μνημονίου και προκύπτει εμμέσως ότι οι αλλαγές πρέπει να έχουν την έγκριση των δανειστών. «Το μνημόνιο συνεννόησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, της 19ης Αυγούστου 2015, παρέχει σαφή δέσμευση ότι ο ελληνικός νόμος ανταγωνισμού πρέπει να αναθεωρηθεί με την υποστήριξη της Επιτροπής και διεθνών εμπειρογνωμόνων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι συνάδει με τις βέλτιστες πρακτικές της Ε.Ε.», όπως αναφέρεται.