ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Διαφθορά, πολιτική σταθερότητα και δημόσια οικονομικά

Διαφθορά, πολιτική σταθερότητα και δημόσια οικονομικά

Η προσπάθεια των χωρών της ευρωπαϊκής ηπείρου για τη δημιουργία μιας «κοινής αγοράς» έχει ξεκινήσει από το 1958, έτος ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ενωσης (ΕΟΚ), με τη συμμετοχή του Βελγίου, της Δ. Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου και της Ολλανδίας. Από τότε έως σήμερα, οι ηγέτες και οι λαοί που πιστεύουν στην ενιαία Ευρώπη αναθεωρούν και εξελίσσουν το συγκεκριμένο εγχείρημα, το οποίο έχει ως τελικό του στόχο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες ώστε να γίνει διεύρυνση των χωρών που συμμετέχουν. Επίσης, οι προσπάθειες ενοποίησης έχουν πλέον στόχο όχι μόνο την οικονομική συνεργασία, αλλά και τη θέσπιση κοινών πολιτικών για τη δημοκρατική λειτουργία των χωρών-μελών, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη διαφάνεια, το περιβάλλον κ.λπ. Γι’ αυτό τον λόγο η ΕΟΚ μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.).

Ωστόσο, σημαντικότατο κομμάτι στην ενοποίηση αποτελεί ο παράγοντας από τον οποίο ξεκίνησε το συγκεκριμένο εγχείρημα, δηλαδή τα οικονομικά οφέλη. Η υιοθέτηση του ευρώ ήταν ένα κομβικό σημείο για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ετσι, κάποιες χώρες-μέλη της Ε.Ε. εντάσσονται σε ένα υποσύνολο χωρών και προχωρούν σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος τη μεταξύ τους συνεργασία, κάνοντας χρήση ενός κοινού εθνικού νομίσματος, το οποίο αντικαθιστά τα έως τότε κατά τόπους υπάρχοντα εθνικά νομίσματα.

Το ευρώ θα μπορούσε να δημιουργήσει πολλαπλά οφέλη για τις χώρες που θα το υιοθετούσαν, αφού ως σταθερό και ισχυρό νόμισμα θα βοηθούσε στη σταθερότητα των τιμών και θα επέτρεπε την εκπόνηση ασφαλέστερων οικονομικών σχεδίων. Αμεση συνέπεια αυτών αναμενόταν να είναι η αύξηση των επενδύσεων, με αποτέλεσμα τη συνεχή οικονομική μεγέθυνση, ενώ οι ενοποίηση θα έκανε τις συμμετέχουσες οικονομίες ανθεκτικότερες σε κρίσεις.

Τα τελευταία χρόνια, τα υγιή δημόσια οικονομικά των χωρών-μελών της Ε.Ε. έχουν αναδειχθεί σε μεγάλο ζήτημα. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν τα δημόσια οικονομικά των επονομαζόμενων PIIGS (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία). Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να αναφέρουμε πως προκειμένου μια χώρα να γίνει μέλος της ΟΝΕ θα πρέπει να πληροί κάποια κριτήρια, δύο εκ των οποίων σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα των δημόσιων οικονομικών: α) το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 3% ως ποσοστό του ΑΕΠ, και β) το δημόσιο χρέος δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 60% του ΑΕΠ.
Μέχρι το 2008 οι χώρες που πρώτες υιοθέτησαν το ευρώ το 2002 παρουσίαζαν διαρκώς αυξανόμενα μεγέθη οικονομικής δραστηριότητας (ΑΕΠ). Παρ’ όλα αυτά όμως, μια ματιά στην πορεία των πρωτογενών ελλειμμάτων των χωρών αυτών δείχνει ότι η ΟΝΕ επέτρεψε αρκετές παραβιάσεις του ορίου του 3% ακόμα και σε περιόδους πριν από το 2008, όπου τα κράτη-μέλη της είχαν θετικούς δείκτες οικονομικής μεγέθυνσης. Παραβιάσεις παρατηρούνται και στο κριτήριο του 60% για τον δείκτη χρέος προς ΑΕΠ. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι παραβιάσεις δεν αφορούσαν μόνο τις PIIGS αλλά και χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία και το Βέλγιο, με το τελευταίο να έχει συνεχώς δείκτη χρέους προς ΑΕΠ κοντά στο 100%.

Οι απαντήσεις σχετικά με τις ευθύνες της Ε.Ε. και της ΟΝΕ γι’ αυτή τη σχεδόν συστηματική παραβίαση των κριτηρίων θα μπορούσαν να είναι ποικίλες και να παρέχουν διάφορες θεωρίες, είτε οικονομικές (π.χ. οι ανωτέρω περιορισμοί μπορεί να ανέκοπταν την οικονομική μεγέθυνση) είτε συνωμοσίας (π.χ. οι μεγάλοι της Ευρώπης επέτρεψαν τον δανεισμό ώστε αργότερα να μπορούν να εξουσιάζουν τις αδύναμες χώρες). Η εξέταση αυτών των θεωριών θα ήταν πολύ μεγάλη και θα ξέφευγε από τον σκοπό του συγκεκριμένου άρθρου.

Από την άλλη, η κρίση του 2007-08 δεν επηρέασε όλες τις χώρες της ΟΝΕ με τον ίδιο τρόπο. Οι χώρες του Βορρά ήταν σε εμφανώς καλύτερη μοίρα από τις χώρες του Νότου. Από τις χώρες των PIIGS, η Ελλάδα εμφανίζεται να έχει το μεγαλύτερο πρόβλημα ως προς την ισορρόπηση των δημοσίων δαπανών της. Το μνημόνιο στην Ιρλανδία και στην Πορτογαλία πλέον είναι παρελθόν, ενώ στην Ελλάδα συνεχίζει να είναι μια θλιβερή πραγματικότητα και να υπάρχουν ενδείξεις για την περαιτέρω συνέχισή του.

Προκειμένου να ισορροπήσουν τα δημόσια οικονομικά μιας χώρας, η οποία παρουσιάζει μακροχρόνια ελλείμματα και αυξημένους δείκτες χρεών, όπως η Ελλάδα, θα πρέπει να μειωθούν οι δαπάνες και να αυξηθούν τα εισοδήματα (το μείγμα σε κανονικές συνθήκες το καθορίζουν οι κυβερνώντες). Μελετώντας κανείς τα μεγέθη αυτά για τις 12 χώρες της ΟΝΕ που υιοθέτησαν το ευρώ ως επίσημο εθνικό νόμισμα από την πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας του, παρατηρεί πως οι δημόσιες δαπάνες είναι πιο εύκολο να προσαρμοσθούν σε σχέση με τα δημόσια έσοδα, συνεπώς ίσως θα έπρεπε να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στον περιορισμό των δαπανών για πιο άμεσα αποτελέσματα. Αυτό από οικονομικής άποψης είναι λογικό, αφού η άμεση μεταβολή στη δυνατότητα συγκέντρωσης εσόδων απαιτεί χρόνο για τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών, αλλά και η αύξηση της φορολογίας μπορεί να επιφέρει πολιτικές αναταράξεις ή/και αύξηση της φοροδιαφυγής ή απλά, αν επιβάλλεται μακροπρόθεσμα υπερβάλλουσα φοροεπιβάρυνση, να υπάρξει μειωμένη φοροδοτική ικανότητα.

Προκειμένου να έχουμε μια πιο τεχνική άποψη του ζητήματος, ταξινομήσαμε σε επιμέρους κλίμακες (1-12) τις δώδεκα χώρες του δείγματός μας βάσει των μέσων όρων των εσόδων και των εξόδων και συγκρίναμε τυχόν σημαντικές διαφορές της ίδιας χώρας στις δύο κατατάξεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως οι χώρες που δεν έχουν μια ισορροπία στον τρόπο λειτουργίας τους ως προς τα δημοσιονομικά μεγέθη είναι αυτές που επηρεάστηκαν περισσότερο από την κρίση.

Ετσι, η Ελλάδα αν και από άποψη δαπανών βρίσκεται κάπου στη μέση των χωρών του δείγματος (6η θέση), αντιμετωπίζει τις δυσμενείς συνέπειες της μακροχρόνιας ύφεσης και του μνημονίου, διότι όλα αυτά τα χρόνια δεν ανέπτυξε μηχανισμούς (ή δεν υπήρχε η πολιτική βούληση προς αυτή την κατεύθυνση) προκειμένου να συλλέγει χρήματα ώστε να καλύπτει τις δαπάνες της (10η θέση). Από την άλλη, η Γαλλία ή η Φινλανδία, αν και δαπανούν μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ τους (θέσεις 1 και 2 αντίστοιχα στις δαπάνες), καλύπτουν τις δαπάνες αυτές με καλύτερους φορολογικούς και φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς (θέσεις 2 και 1 αντίστοιχα στα έσοδα). Τέλος, οι χώρες που ελέγχουν και τις δαπάνες τους και καταφέρνουν να εισπράττουν χρήματα από τους πολίτες τους, ακόμη και χωρίς υπερβολές στη φορολόγηση (π.χ. Γερμανία, Ολλανδία και Λουξεμβούργο), καταφέρνουν να έχουν πολύ καλά οικονομικά αποτελέσματα και σταθερότητα ως προς την οικονομική τους μεγέθυνση.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να δούμε πως ένας γενικός κανόνας εντός της ΟΝΕ δεν υπάρχει. Υπάρχουν κυβερνήσεις που δαπανούν πολλά (Γαλλία, Φινλανδία), ωστόσο ενδεχομένως να παρέχουν καλές υπηρεσίες στους πολίτες τους και επομένως η φορολόγηση που επιβάλλουν να είναι περισσότερο αποδεκτή από τους φορολογουμένους, ίσως επειδή αισθάνονται πως τα χρήματά τους πιάνουν τόπο (φυσικά, ποτέ οι φόροι δεν είναι ευχάριστοι) ή απλά επειδή οι πολίτες των αισθάνονται δικαιότερη κατανομή των πόρων (π.χ. στην Ελλάδα οι μισθωτοί αισθάνονται πάντα πως φέρουν το μεγαλύτερο βάρος των φορολογικών βαρών). Επίσης, οι συγκεκριμένες χώρες μπορεί να έχουν αναπτύξει αποτελεσματικές μεθόδους καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, καθώς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς είσπραξης των φόρων.

Εξετάζοντας τους δείκτες διαφθοράς για τις χώρες του δείγματός μας, όπως αυτοί υπολογίζονται από την Παγκόσμια Τράπεζα (http://data.worldbank. org/), οι χώρες των PIIGS, με εξαίρεση την Ιρλανδία, έχουν τη χαμηλότερη επίδοση στην καταπολέμησή της. Χαμηλές επιδόσεις έχουν επίσης και ως προς την πολιτική σταθερότητα. Εξαίρεση σε αυτή την κατηγορία αποτελούν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Συνεπώς, συνδυάζοντας τα αποτελέσματα της ποιότητας διακυβέρνησης και τα οικονομικά δεδομένα που παρουσιάσαμε παραπάνω μπορούμε να πούμε πως οι χώρες που έχουν καταπολεμήσει τη διαφθορά και έχουν ένα σταθερό πολιτικό σκηνικό επιτυγχάνουν καλύτερα δημοσιονομικά αποτελέσματα.

Η χώρα μας δυστυχώς έχει μια στρεβλή λογική ως προς τα δημόσια οικονομικά, που έχει οδηγήσει τις κυβερνήσεις να πορεύονται εισπράττοντας λιγότερα από αυτά που δαπανούν (ιδίως σε «καλές εποχές» που ο δανεισμός ήταν εύκολος και για λόγους ψηφοθηρίας). Το πρόβλημα αυτό είναι μακροχρόνιο, ωστόσο η κρίση επιβάλλει την αλλαγή του μείγματος πολιτικής. Θεωρούμε ότι στις παρούσες συνθήκες επιβάλλεται η μείωση των δημοσίων δαπανών, η καταπολέμηση της διαφθοράς, συναίνεση του πολιτικού κόσμου ως προς τις εξαγγελίες, βελτίωση των δημοσίων υπηρεσιών και να τεθούν ρεαλιστικοί στόχοι δίκαιης κατανομής των φόρων, ώστε να αυξηθεί η εισπραξιμότητά τους (διότι η φορολόγηση έχει αυξηθεί, ωστόσο τα αντίστοιχα αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά).

* Ο κ. Αρ. Σάμιτας είναι αναπληρωτής καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και διευθυντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος MBA.

** Ο κ. Ευ. Βασιλείου είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.