ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε ιστορικό χαμηλό οι χορηγήσεις νέων δανείων

05s19daneia

Ανύπαρκτη είναι η θετική επίδραση της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα στη χώρα μας, που στενάζει υπό το βάρος της έλλειψης ρευστότητας των τραπεζών και της αβεβαιότητας στην ελληνική οικονομία. Τα επιτόκια με βάση τα οποία δανείζονται οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι τρεις φορές πάνω από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά, καθιστώντας τις λιγοστές πιστώσεις, που δίνονται από τις τράπεζες, απαγορευτικές ως προς το κόστος εξυπηρέτησής τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τα νέα δάνεια που οι τράπεζες χορήγησαν τον Φεβρουάριο έπεσαν σε ιστορικό χαμηλό, και οι πιστώσεις προς τις επιχειρήσεις άγγιξαν το κατώτερο σημείο της δεκαετίας. Τα δάνεια προς τις μικρομεσαίες και τις μεγάλες επιχειρήσεις ανήλθαν μόλις σε 291 εκατ. ευρώ, όταν πέρυσι τον ίδιο μήνα είχαν δοθεί προς τις επιχειρήσεις 408 εκατ. ευρώ, τον Φεβρουάριο του 2014 είχαν δοθεί 947 εκατ. ευρώ, τον Φεβρουάριο του 2013 τα νέα δάνεια ήταν 1,3 δισ. ευρώ, το 2012 είχαν δοθεί 1,5 δισ. ευρώ και το 2011 οι μηνιαίες πιστώσεις ήταν 3,2 δισ. ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ζενίθ στον μηνιαίο δανεισμό προς τις επιχειρήσεις ήταν το 2009 (33,6 δισ. ευρώ).

Η έλλειψη ρευστότητας πλήττει ευθέως τόσο τις μικρές όσο και τις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, τα νέα δάνεια που δόθηκαν έως 250.000 ευρώ, δηλαδή προς τις μικρές επιχειρήσεις, περιορίστηκαν τον Φεβρουάριο μόλις σε 23 εκατ. ευρώ, ενώ 61 εκατ. ευρώ δόθηκαν προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μόλις 207 εκατ. ευρώ ήταν οι χορηγήσεις προς τις μεγάλες επιχειρήσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στα στοιχεία αυτά δεν περιλαμβάνονται οι διαγραφές δανείων ούτε οι αποπληρωμές, και αποτελούν τον καθαρό δανεισμό του ιδιωτικού τομέα, αφού συνυπολογιστούν και οι αναδιαρθρώσεις που γίνονται, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις περιλαμβάνουν και φρέσκο χρήμα.

Την ίδια στιγμή το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων της χώρας είναι σε τριπλάσια επίπεδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και, παρά τη μικρή μείωση που καταγράφηκε τον Φεβρουάριο σε ορισμένες κατηγορίες δανείων, τα πραγματικά επιτόκια είναι αρκετά πάνω από τα ονομαστικά, καθιστώντας αποτρεπτική την πρόσβαση στον δανεισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέσο επιτόκιο για δάνεια έως 250.000 ευρώ διαμορφώθηκε τον Φεβρουάριο στο 5,62% –το πραγματικό φθάνει το 8%–, όταν ο μέσος όρος στην Eυρωζώνη ήταν στο 3,16%. Για δάνεια από 250.000 έως και 1 εκατ. ευρώ, το μέσο επιτόκιο στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 5,23%, όταν ο αντίστοιχος μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι μεταξύ 1,96% και 2,11%, ενώ για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ το μέσο επιτόκιο για τις ελληνικές επιχειρήσεις φθάνει στο 4,83%, όταν για τις ευρωπαϊκές είναι μόλις 1,32%.

Ανάλογη σε ό,τι αφορά τις παρεχόμενες πιστώσεις είναι η εικόνα σε σχέση με τη χρηματοδότηση των νοικοκυριών, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, έχει υποχωρήσει σε αντίστοιχα ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Τα δάνεια που δόθηκαν τον Φεβρουάριο για την αγορά ή την επισκευή κατοικίας ήταν μόλις 37 εκατ. ευρώ, έναντι 87 εκατ. ευρώ το 2015, 301 εκατ. ευρώ το 2014, 303 εκατ. ευρώ το 2013, κ.ο.κ. Τα νέα δάνεια προς τα νοικοκυριά συνδέονται περισσότερο με τη ζήτηση και όχι με το κόστος χρήματος, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, ευθυγραμμίζεται με αυτό της Ευρωζώνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα νέα δάνεια που χορηγούνταν για την αγορά κατοικίας κατά την προηγούμενη δεκαετία ήταν κατά μέσον όρο 1,2-1,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα, και έτσι η κατακόρυφη πτώση της ζήτησης είναι αποτέλεσμα της υψηλής ανεργίας, της αβεβαιότητας και της μείωσης του εισοδήματος. Σε ό,τι αφορά στα δάνεια που δίνονται για καταναλωτικούς σκοπούς, η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία δεν θα μπορούσε να διαφοροποιείται από τη γενικότερη τάση. Ετσι, τα νέα καταναλωτικά δάνεια που χορηγήθηκαν τον Φεβρουάριο ήταν μόλις 60 εκατ. ευρώ, με διαρκή φθίνουσα πορεία, από το υψηλό των 862 εκατ. ευρώ που είχε καταγραφεί τον Φεβρουάριο του 2008.