ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμφαση στα φορολογικά κίνητρα έναντι των ενισχύσεων σε χρήμα, στον νέο αναπτυξιακό

upoik1

Φοροαπαλλαγές έως 20% ετησίως και για 15 χρόνια, σταθερούς φορολογικούς συντελεστές για 12 χρόνια για επενδύσεις άνω των 20 εκατ. ευρώ που δημιουργούν τουλάχιστον 40 νέες θέσεις εργασίας, αλλά και επιδότηση μισθολογικού κόστους εισάγει ο αναπτυξιακός νόμος που έθεσε από την Πέμπτη σε δημόσια διαβούλευση το υπουργείο Οικονομίας. Η έμφαση στα φορολογικά κίνητρα έναντι των ενισχύσεων σε χρήμα, η εφαρμογή πλαφόν στο ύψος των συνολικών ενισχύσεων, αλλά και η κατάργηση της εμπροσθοβαρούς χρήσης των επιδοτήσεων δίνουν σαφώς το στίγμα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία.

Το υπουργείο Οικονομίας, πάντως, ύστερα από τις πολύμηνες διαβουλεύσεις με τους εμπλεκόμενους φορείς παρουσιάζει ένα νομοθέτημα, μέσω του οποίου επιχειρούνται να καταπολεμηθούν ή ακόμη και να εξαλειφθούν αμαρτίες του παρελθόντος, όπως για παράδειγμα οι επιδοτήσεις άρδην επενδυτικών σχεδίων για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών ή η προσκόμιση πλαστών εγγυητικών επιστολών. Την ίδια στιγμή δίνει έμφαση –ή τουλάχιστον αυτό είναι το μήνυμα που θέλει να περάσει μέσω των διατάξεων του νόμου– σε επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται από καινοτομία και εξωστρέφεια. Ιδιαίτερη μέριμνα έχει προβλεφθεί και για τις επενδύσεις που σχεδιάζονται να υλοποιηθούν σε περιοχές με μεγάλες μεταναστευτικές ροές.

Η επιτυχία, βεβαίως, του νέου αναπτυξιακού νόμου, εάν και όταν αυτός ψηφισθεί και τεθεί σε εφαρμογή, θα εξαρτηθεί από τη γενικότερη κατάσταση στην οικονομία και στην επιχειρηματικότητα, δεδομένου ότι απαιτείται φυσικά και η συμμετοχή του επενδυτή στο κόστος του επενδυτικού σχεδίου. Η συμμετοχή αυτή καλύπτεται είτε με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, με την ανάλωση υφιστάμενων αποθεματικών, ή με δανεισμό.

Τα είδη ενισχύσεων – κινήτρων που προβλέπονται στον νέο αναπτυξιακό νόμο είναι τα ακόλουθα:

1) Φορολογική απαλλαγή έως 20% ετησίως και επιμερισμό σε βάθος 15ετίας.

2) Δημόσια επιχορήγηση από 10% έως 45%, με κριτήρια γεωγραφικά αλλά και ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης.

3) Επιδότηση χρηματοδοτικής μίσθωσης για την απόκτηση καινούργιου μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού. Η επιδότηση συνίσταται στην κάλυψη από το Δημόσιο τμήματος των καταβαλλόμενων δόσεων και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα επτά έτη.

4) Κάλυψη από το Δημόσιο του μισθολογικού κόστους των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται και συνδέονται με το επενδυτικό σχέδιο και οι οποίες δεν λαμβάνουν καμία άλλη κρατική ενίσχυση.

5) Χρηματοδότηση επιχειρηματικού κινδύνου μέσω Ταμείου Συμμετοχών.

6) Ειδικά για τις επενδύσεις μείζονος μεγέθους, όπως χαρακτηρίζονται στο νομοσχέδιο, προβλέπεται σταθερός φορολογικός συντελεστής για 12 χρόνια από την ολοκλήρωση της επένδυσης. Σε περίπτωση μείωσης του φορολογικού συντελεστή, εφαρμόζεται ο μειωμένος. Εναλλακτικά, ο φορέας της επένδυσης μπορεί να κάνει χρήση του κινήτρου της φοροαπαλλαγής με ποσοστό ενίσχυσης έως 10% και έως του ποσού των 5 εκατ. ευρώ. Επενδύσεις μείζονος μεγέθους χαρακτηρίζονται αυτές που το επιλέξιμο κόστος επένδυσής τους υπερβαίνει τα 20 εκατ. ευρώ και δημιουργούν δύο θέσεις εργασίας ανά ένα εκατομμύριο ευρώ επιλέξιμου κόστους επένδυσης.

Τα ελάχιστα όρια επένδυσης μειώνονται κατά 50% σε σύγκριση με τον προηγούμενο αναπτυξιακό νόμο και ορίζονται σε 500.000 ευρώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις, σε 250.000 ευρώ για τις μεσαίες, καθώς και για τους σχηματισμούς συνέργειας και δικτύωσης (clusters), σε 150.000 ευρώ για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις και σε 100.000 ευρώ για τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις.