ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Funds «κόκκινων» δανείων και χρηματοδότηση εταιρειών

kokkina

​​Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) θα χορηγεί άδεια στις εταιρείες διαχείρισης ή/και μεταβίβασης απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) που θα συσταθούν, εφόσον διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, ότι το επιχειρηματικό πλάνο λειτουργιών και στόχων της εταιρείας διαχείρισης στοχεύει στην «επίτευξη οικονομικής ανάκαμψης και ανάπτυξης» (αρ. 1 παρ. 5.δ του ν. 4354/2015). Ο νόμος δεν εξειδικεύει σε ποιου την ανάκαμψη και ανάπτυξη πρέπει να στοχεύουν οι εταιρείες διαχείρισης/μεταβίβασης ΜΕΔ, ούτε και πώς αυτή θα επιτυγχάνεται. Ωστε, αν αυτή η γενική επιταγή αφορά την «ανάκαμψη και ανάπτυξη» της ελληνικής οικονομίας, τότε αυτή δεν εξαρτάται μόνο από την ανάκαμψη των τραπεζών, αλλά και από την ανάκαμψη των ίδιων των δανειοληπτών, προσώπων και επιχειρήσεων, των οποίων τα δάνεια θα βρεθούν υπό τη διαχείριση ή/και ιδιοκτησία των νέων εταιρειών.

Ως προς τα πιστωτικά ιδρύματα, η συμβολή των εν λόγω εταιρειών είναι δεδομένη, είτε μέσω της απαλλαγής των τραπεζών από το κόστος διαχείρισης είτε μέσω της απελευθέρωσης των τραπεζικών ισολογισμών από το «βάρος» των ΜΕΔ μετά την πώλησή τους. Τι γίνεται, όμως, με την ανάκαμψη των δανειοληπτών; Υπενθυμίζεται ότι τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρήσεων αφορούν σημαντικούς κλάδους, όπως ο κλάδος των κατασκευών, των ξενοδοχείων, της βιομηχανίας, του εμπορίου κ.λπ. Αλλωστε, υποτίθεται ότι η σκοπιμότητα πίσω από τη μεταβίβαση ΜΕΔ σε εταιρείες μεταβίβασης είναι η απελευθέρωση κεφαλαίων των τραπεζών, προκειμένου να διοχετευθεί ρευστότητα σε βιώσιμες επιχειρήσεις. Ευλόγως ανακύπτει το ερώτημα πόσες και ποιες επιχειρήσεις θα μπορούσαν εν τέλει να επωφεληθούν, τη στιγμή που πολλές από αυτές θα πασχίζουν ακόμα να αποπληρώσουν τα υφιστάμενα «κόκκινα» δάνειά τους προς τις εταιρείες μεταβίβασης.

Ετσι, σε ό,τι αφορά ιδίως τα ΜΕΔ επιχειρήσεων, είναι κρίσιμη η εναρμόνιση των κατ’ αρχήν διαφορετικών κατηγοριών κινήτρων: των επιχειρηματιών στην πραγματική οικονομία και των πιστωτών τους. Διότι παρά τη γενική επιταγή της ΤτΕ, τα συμφέροντα των μερών μπορεί κατ’ αρχήν να αποκλίνουν: η εταιρεία που απέκτησε το δάνειο σε τιμή συχνά υποπολλαπλάσια της ονομαστικής ενδιαφέρεται να αποκομίσει γρήγορο κέρδος, ενδεχομένως και εις βάρος της μεσο-/μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της επιχείρησης. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της επιχείρησης προς ανάκαμψη και ανάπτυξη, αλλά ούτε και το εθνικό συμφέρον για ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας μέσω των παραγωγικών της μονάδων. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εταιρείες μεταβίβασης ΜΕΔ καρπώνονται τα ιδιωτικά οφέλη της επιχειρηματικής δράσης, χωρίς να απορροφούν, αλλά αντίθετα δημιουργώντας κοινωνικά κόστη.

Ετσι, θα ήταν προς το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων, αν οι εταιρείες μεταβίβασης ΜΕΔ υιοθετούσαν μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική αναφορικά με την αγορά, βελτιστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο και τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Ενας τρόπος για να ευθυγραμμισθούν τα εκατέρωθεν συμφέροντα εν προκειμένω είναι η συμμετοχή των εταιρειών στο κεφάλαιο της επιχείρησης, το δάνειο της οποίας έχουν αποκτήσει, με τη μετατροπή μέρους της οφειλής σε μετοχικό κεφάλαιο (debt to equity swap). Με αυτόν τον τρόπο, αφενός η οφειλή να διαμορφωθεί σε ύψος που θα εξυπηρετείται ομαλά, αφετέρου η εταιρεία καθίσταται πια μέτοχος της επιχείρησης και το συμφέρον της συμπλέει με αυτό της επιχείρησης προς ανάκαμψη και ανάπτυξη. Η λύση αυτή προβλέπεται ήδη στον Κώδικα Δεοντολογίας που υποχρεούνται να εφαρμόζουν οι εταιρείες ως τρόπος μακροπρόθεσμης ρύθμισης του χρέους. Αλλωστε, πολλές από τις επιχειρήσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες επενδυτικές προοπτικές, δεδομένου ότι η μη εξυπηρέτηση των δανείων τους οφείλεται συχνά στην αδυναμία αναχρηματοδότησής τους και στην έλλειψη ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, ένα χρηματοδοτικό κενό το οποίο θα μπορεί να καλύψει η εταιρεία μεταβίβασης. Ηδη ο ν. 4354/2015 προβλέπει τη δυνατότητα των εταιρειών να χορηγούν νέα δάνεια για την αναχρηματοδότηση των υφισταμένων. Ετσι, οι εταιρείες μεταβίβασης ΜΕΔ μπορούν να δώσουν μια εναλλακτική λύση στο πρόβλημα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, μέσω της μετοχικής τους ιδιότητας, αλλά και μέσω της αναχρηματοδότησης των υπό διαχείριση δανείων.

Το ρυθμιστικό πλαίσιο που αφορά τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης/μεταβίβασης ΜΕΔ έχει ήδη ρυθμίσει σε ικανοποιητικό βαθμό τις τεχνικές διαδικασίες για τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής αγοράς ΜΕΔ. Εντούτοις, είναι καιρός να δοθεί βάρος και στο ουσιαστικό σκέλος της πραγματικής «επίτευξης οικονομικής ανάκαμψης και ανάπτυξης», στην οποία μπορούν να συμβάλουν και οι εταιρείες διαχείρισης/μεταβίβασης, δημιουργώντας όχι μόνο ιδιωτικά αλλά και κοινωνικά κέρδη.

* Η Αθηνά Π. Σιαφαρίκα, LL.M. (Oxford), είναι συνεργάτις της Διεθνούς Νομικής Εταιρείας I.K. Rokas and Partners.